30 Ιουν 2010

O Νέος

Πρώτο βραβείο Διηγήματος στον 26ο Διαγωνισμό Αγίου Νικολάου Κρήτης

Είχε φτάσει εκείνη η ώρα και δεν είχε κάνει ούτε μία πρόβα στο σπίτι. Όχι σήμερα ή χθες. Από χρόνια έπρεπε να σταθεί μπροστά σε ένα καθρέφτη ή έστω σε τζάμι βιτρίνας να δοκιμάσει το ύφος του, το περπάτημά του, κάποιες κινήσεις διακριτικού χαιρετισμού και υπόνοιες πόνου βουβού. Όχι, τίποτα αυτός! Τώρα δεν ήξερε τι να κάνει, πως να φερθεί. Κούνησε το κεφάλι του από κάτω προς τα πάνω, κοιτάζοντας την κλινική. Λευκή με το λευκό του σάβανου και της ασπιρίνης. Ίσως έτσι να του φαινόταν τώρα. Σε άλλη περίσταση, σαν γείτονας που περνάει κάθε μέρα για να πάει να πάρει την εφημερίδα του, να έβλεπε ότι έχει το λευκό του βρακιού της όμορφης νοσοκόμας. Το ταξί που τον έφερε, είχε από ώρα παραιτηθεί από φόντο του. Τώρα, αμάξια σκουρόχρωμα πλησίαζαν, σταματούσαν για λίγο πίσω του λες και τον περίμεναν να χωθεί μέσα τους σαν φυγάς, σαν κοπανατζής, σαν χέστης.
Δεν είχε κάνει βήμα ακόμα. Άραγε σε μία εκκλησία με το ίδιο κουστούμι αλλά για διαφορετικό μυστήριο θα σάστιζε τόση ώρα; Προτίμησε να αφήσει κι αυτή την απάντηση για τότε, για την κρίσιμη στιγμή. Απ’ ότι φαινόταν άλλωστε, θα την απέφευγε για πάντα, όχι γιατί το ήθελε πάντως. Προχώρησε ένα βήμα. Έκανε πίσω ένα βήμα, χάζεψε λίγο ακόμα. Άνθρωποι έκλαιγαν ή κρυφογελούσαν, έλυναν τη γραβάτα τους, έκαναν πίσω τα λιγοστά μαλλιά τους. Κανένας δεν τον άρπαζε από το μπράτσο να χωθούν στο ίδιο «σιδερόφραχτο», όπως προτιμούσε να αποκαλεί τα αυτοκίνητα ο παππούς του. «Κολάνθρωποι, ποτέ όταν τους χρειάζεσαι, δεν είναι δίπλα σου», σκέφτηκε ενώ κούμπωνε το μεσαίο κουμπί του σακακιού του.
Το κρύο ήταν αρκετό. Οι αμυγδαλιές σταματούσαν κάθε διαβάτη και ρωτούσαν «ξένε, πες μου, που είναι η Άνοιξη;». Οι διαβάτες, έχοντας ακούσει ιστορίες και φήμες από άλλη εποχή, απαντούσαν με χαμόγελο και υπερβολή. Στη θέση τους πόσο ήθελε να είναι τώρα!! Μακριά από αυτά τα πέντε-έξι σκαλοπάτια, μακριά από οτιδήποτε δεν καιγόταν στη φωτιά και δεν έλιωνε ο καιρός. Στη σκέψη του «μακριά», έσκυψε και έφτυσε λίγο σάλιο και χολή. Δε μπορούσε να κάνει άλλο βήμα προς τα πίσω, ίσως προς εκείνη την κοπέλα που περνούσε από το απέναντι πεζοδρόμιο κοιτάζοντας πίσω της κατά διαστήματα. Όλα επέβαλαν το «μπροστά» και ειδικά αυτός ο εγωιστής Χρόνος. «Αδιάφορος συνεχίζει την πορεία του, με μπαστούνι στο δεξί χέρι και δεκατρείς χάντρες στο αριστερό. Δε σταματά, δεν ακούει κλάματα και τάματα γύρω του: μάνες θέλουν να ανταμώσουν το γιο τους που χαροπαλεύει σε τόπο μακρινό, κόρες λίγο ακόμα ποθούν να μείνουν σε αγκαλιά ζεστή, δούλοι άργησαν και φοβούνται κατσάδα, θρασείς ηττημένοι του ζητούν ακόμα και να γυρίσει πίσω «να κάνουν, να αλλάξουν, να να να..». Αυτός, δε γυρίζει το κεφάλι του να κοιτάξει όλους αυτούς κι εκεί πάνω να “σπάσει”, να σταματήσει, να στρέψει τουφέκι προς το μέρος του και να πυροβολήσει με σιγουριά. Με αδιατάραχτο ρυθμό, προχωρά έναν κυριακάτικο περίπατο που δεν εξαντλείται τη Δευτέρα σε δρόμο δύσβατο για να αποφεύγει το πλήθος που τον ακολουθεί και πότε του θυμώνει και τον καταριέται, πότε τον ξεχνά και αραιώνει και πότε τον τραβά με μανία και πείσμα από τα μανίκια και τους αστραγάλους. Αυτός, συνεχίζει. Σαν του Προμηθέα τα εντόσθια τα ρούχα του αναγεννιούνται, σαν του Αχιλλέα τη σάρκα, η σάρκα του άτρωτη, σαν του ψαριού τη σιωπή, η σιωπή του επιμένει. Ίσως, μετά από τόσες φορές που τη γη ολόκληρη γύρισε και άκουσε και είδε, να έχει να πει ένα απόφθεγμα ακριβό όσο το χρυσάφι που κουβαλά μια ετοιμόγεννη γυναίκα στα σωθικά της. Ίσως..
Η σκέψη του νέου ώριμη ενώ η σιωπή του σαν του Χρόνου τη σιωπή˙ ήθελε να σπάσει, να γίνει πρώτα γέλιο άχαρο κι έπειτα λόγος μεστός που θα απαιτούσε σιγή και προσήλωση. Μα δεν ήταν ο τόπος κατάλληλος, ούτε και ο ρόλος ταίριαζε. Το βήμα του, του Χρόνου το βήμα μιμήθηκε και πήρε να ανεβαίνει σκαλοπάτια με όμοια ευκολία. Τι ειρωνεία! Ο απρόσμενος μέντοράς του συνέχιζε να προχωρά και το θάνατο να φέρνει ολοένα πιο κοντά στην κλινική.
Με το βλέμμα του φυγόδικου, γοργοκοιτούσε αριθμούς ορόφων και θαλάμων, ψευτορωτούσε λευκοντυμένες φιγούρες. Όπου και να κοίταζε πρόσωπα στρεβλωμένα από τα βάσανα και την απελπισία για την ξεψυχισμένη ελπίδα. Κανένα δε θύμιζε θεό, κανένα δεν του έκανε νόημα να πλησιάσει. Απογοητεύτηκε, θύμωσε. Όχι για πολύ. Το βήμα του είχε σκοπό και αυτό τον τρόμαζε περισσότερο. Ερασιτέχνης ηθοποιός, τον είχαν πάρει τηλέφωνο για ρολάκι μικρό, προτού σολάρει ο ίδιος ως πρωταγωνιστής διασωληνωμένος. Πρώτη σκηνή: Έξω από θάλαμο. Δεύτερη σκηνή: Πάνω από κρεβάτι. Τελειωτική σκηνή: Βλέμμα προς τον κοιμώμενο. Δεν ήξερε αν θα προλάβει, αλλά δε βιαζόταν. Ίσως τον προλάβαινε ο θάνατος. Τότε, το βήμα του θα γινόταν σαν του Χρόνου˙ χωρίς σκοπό πια, μέσα σε διαδρόμους γυαλισμένους και αποστειρωμένες σκάλες διεξόδου, να ψάχνει αυτό που για πάντα είχε χαθεί˙ έναν τελευταίο λόγο, μια σιωπηρή διαθήκη. Τι λύτρωση, τι εξαγνισμός! Στη ζωή του, δεν είχε μάθει να λέει «Αντίο» αλλά αυτό το αόριστο χρονικά και υποσχόμενο, χωρίς να δεσμεύει ότι θα επαληθευθεί απαραίτητα, «τα λέμε». Σήμερα ένιωθε ένα κάψιμο στο λαιμό. Είχε την αίσθηση ότι δε μπορούσε να πει το ίδιο αν και πίστευε ότι ταίριαζε περισσότερο από κάθε άλλη φορά που το είχε ξεστομίσει. Αξιωματικά, του είχε επιβληθεί να κινηθεί σε πλαίσια ορισμένα από χιλιοπαιγμένο τελετουργικό με δοκιμασμένες ατάκες, με σκηνικά γνωστά και, δυστυχώς, χωρίς «από μηχανής θεό». Ένας από μηχανής θεός που, ούτε αυτήν την ώρα, δεν εμφανιζόταν να ξεκαθαρίσει και να αποχωρήσει με την περηφάνια που του επιβάλλει το βαρύ του όνομα αφήνοντας αυτόν τον θνητό με το σεβασμό που επιβάλλει το θείο σιδερωμένο στο πρόσωπό του.
Διάδρομοι τον υποδέχονταν από τη μια μεριά και τον ξέρναγαν σαν αποπαίδι από την άλλη. Ακολουθούσε βέλη, ακολουθούσε άλλους, παλεύοντας να ξεχωρίσει μέσα στις τόσες μυρωδιές, εκείνη που θα τον έβγαζε στη σωστή πόρτα. « Αχ Ζαν-Μπατιστ, πόσο σε έχω ανάγκη τώρα.. Να πιαστώ σαν τρίχρονο παιδί από το χέρι σου κι εσύ να με οδηγήσεις με όπλο τη μοναδική σου όσφρηση. Δε θα σου είναι δύσκολο, πίστεψέ με. Ο αέρας στο μυαλό μου δεν είναι άοσμος, δεν είναι διαφανής. Το χρώμα του δε σε ενδιαφέρει, η μυρωδιά του είναι αυτή που μετά το ελαιομάζωμα μπερδευόταν με τη μυρωδιά της ελιάς και της πυρήνας, αυτή που κάθε Σεπτέμβρη ανακατευόταν με τη μυρωδιά του μούστου και του στράφυλου, η ίδια που κάθε μέρα ανακατευόταν με το βρασμένο χόρτο και το τηγανισμένο ψάρι κι όλο νέες μυρωδιές που πολύ θα σε ενδιέφεραν, ανέδυε. Αυτή πρωτομπαίνει μόλις ανοίγω το παράθυρο κι αυτή αφήνω απ’ έξω όταν το βράδυ το κλείσω. Ήσυχα ζει μέσα μου, τρέφεται από τις χιλιοειπωμένες ιστορίες μου και τη γραφική μου φιγούρα όταν τις εξιστορώ. Σε κάθε αφορμή, ξεπορτίζει από τους πόρους, εδώ δίπλα στους κροτάφους μου. Αυτή τη μυρωδιά θέλω να μου βρείς, Ζαν-Μπατιστ".
Απόκριση καμιά. Δεν την περίμενε άλλωστε, όχι τουλάχιστον με τη συμβολή της ακοής. Το ένστικτό του προσδοκούσε να βελτιώσει από τη συνδρομή του φανταστικού ήρωα βιβλίου. Είχε κουραστεί να στέκεται μπροστά από αινιγματικές επιγραφές ή διαδρόμους που θύμιζαν λαβύρινθο και υπόσχονταν θυσία στο τέλος τους. Μια θυσία που δεν εξευμένιζε τίποτα παραπάνω από την πείνα γιατρών, νοσοκόμων και ποντικιών. Ένας εξευμενισμός που δε θύμιζε τη φασαρία τελετών για τις οποίες μικρός διάβαζε στο σχολείο. Εξαντλιόταν σε υγρά μπουκαλάκια, σε τετράγωνες πλάκες με ακατανόητα, ασπρόμαυρα σύμβολα και σε φάτσες που μέρα με τη μέρα γίνονταν όλο και πιο οικείες. Αυτές άλλωστε θα διέκρινε πρώτες από το βάθος να τον περιμένουν. Γύρω από αυτές της οικογένειάς του θα περίμεναν τη δική τους σειρά να καταταγούν στο δικό του πάνθεον των οικείων και, ίσως, στο πάνθεον των σωτήρων για τον άρρωστο που βρισκόταν στην πλάτη τους.
Με το ένστικτό του φανερά βελτιωμένο, μπόρεσε να διακρίνει, μέσα από τους φακούς του, φοβίες του ενσαρκωμένες. Οι φόβοι μπροστά στην απώλεια του πατέρα και στο χάσιμο ενός στοιχήματος που είχε βάλει με ένα ορφανό συμμαθητή του - οι γονείς δεν πεθαίνουν αλλά χάνονται σα δροσουλίτες στη θάλασσα - είχαν σταθεί ήδη δίπλα από τα μέλη της οικογένειάς του και με μαύρες σημαίες αναζητούσαν δικαίωση και τα κερδισμένα. Ξαφνιάστηκε αλλά δε σταμάτησε να προχωρά προς το μέρος τους, μάλλον παρασυρμένος από το ρυθμό που του είχε μεταδώσει τόση ώρα ο βηματισμός του Χρόνου. Προσπαθούσε να φέρει στο μυαλό του κάποιον ήρωα βιβλίου, κινηματογραφικής ταινίας ή παιδικού παραμυθιού που θα μπορούσε να τον έχει δίπλα του αυτή την ώρα. Έναν ακόμα Ζαν-Μπατιστ Γκρενουίγ.. Μάταια. Δε μπόρεσε να βρει την αυτοσυγκέντρωση που απαιτούσε το ψάξιμο για τον κατάλληλο ήρωα με την καλή ατάκα και το ανάλογο κόψιμο. Πλησίασε το μεγάλο του αδερφό.
"Ο πατέρας θέλει να σου μιλήσει. Σε περιμένει.". "Ο πατέρας θέλει να μου μιλήσει.. Να πει τι; Εγώ πρέπει να μιλήσω, να ουρλιάξω, να με ακούσουν οι άρρωστοι και οι εφημέριοι μέχρι ο λαιμός μου να βραχνιάσει ή μέχρι να με “πιάσουν” τα ηρεμιστικά. Να πω αυτά που δεν έχουν τρόπο να πουν τα μικρά παιδιά και κουράγιο να τα ξεστομίσουν οι ενήλικοι. Ποιος είναι αυτός ο θάνατος; Ποιος είναι αυτός ο θρασύς ξένος που σήμερα μας θυμήθηκε λες κι έχασε τα πατροχώραφά του στο τζόγο κι ελεημοσύνη ήρθε να μας ζητήσει; Από που αντλεί την αποψινή του επιμονή να τον πάρει μαζί σε μέρος μυστικό, με παρέα άγνωστη κι εμείς, οι πιο δικοί του άνθρωποι, να μείνουμε εδώ, κατσούφηδες κι ανήσυχοι, να περιμένουμε το γυρισμό του το ξημέρωμα; Ίσως μεθυσμένος, ίσως λερωμένος μα μακάρι ζωντανός.. Από που έφερε βοτάνι που την ανάσα κόβει και, πότε τράταρε τον άνθρωπό μας; Ποιος είναι αυτός πατέρα, απάντησέ μου εσύ! Πως απόψε, την πόρτα μας δε χτυπά, στο σπίτι μας δε μπαίνει παρά σε μέρος, θολό όσο τα νερά του χείμαρρου, μας σπρώχνει και μας ανακοινώνει ότι θα σε πάρει να σε πάει σε μέρος όπου πολλοί έχουν πάει και ούτε ένας δε γύρισε να μας πει πως είναι. Λάθος. Γύρισε ο Ιησούς. Μα οι μαθητές του ξέχασαν, στην προτελευταία φανέρωσή του, να τον ρωτήσουν:
- Δέσποτα, πως είναι στον Άδη, τι θα απαντήσουμε εκεί, τι να αποφύγουμε και που να δοθούμε ολόψυχα; Δεν τους αδικώ που ξεχάστηκαν. Στιγμές, που κάθε παλιά που περνούσε και κάθε νέα που έφτανε, γεννούσαν ελπίδες που τα νερά όλης της γης δεν έφταναν να τις πνίξουν κι όμως μπόρεσε λίγο σάλιο. Έτσι, ο θάνατος κράτησε το στέκι του καλά κρυμμένο κάτω από βυθούς, ναυάγια και πέρα από εκεί που υπάρχει το υδρογόνο και το οξυγόνο. Εμείς εδώ, πεισματάρηδες κι αδικημένοι, να μην έχουμε κανένα να μας δώσει εξηγήσεις.
Ποιος είναι αυτός ο θάνατος; Μου είχες πει για έναν ένστολο που σε τραβούσε με μανία από το μανίκι, μα ήταν γαλονάτος και ήσουν φαντάρος. Θυμάμαι και το γείτονα να σε φωνάζει από το μπαλκόνι του μα αγαπούσε την κολιτσίνα και ήσουν ο συμπαίκτης του. Αυτούς τους ήξερα, τους αγαπούσα και τους μισούσα, σε έπαιρναν για λίγο μα ξέραμε ότι μετά θα γύριζες. Τώρα ποιος είναι αυτός που σε παίρνει μακριά μα σκοπό δεν έχει να σε πετάξει σε ημιυπόγειο κελί, μήτε να σε κεράσει ποτό ακριβό και να σε φουσκώσει με πειράγματα; Μήπως ο σκοπός του είναι να σε βάλει στη δούλεψή του; Μα εμείς δε δουλέψαμε ποτέ σε ξένου τα χωράφια. Μήπως σε θέλει για φύλακά του; Μα εσύ έχεις χάσει τη δύναμή σου, την κατσούνα σου δεν την αποχωρίζεσαι και μόνο η σύνεσή σου, ωσάν παλιό κρασί, δένει κάθε μέρα που περνά. Μπας τότε και σε θέλει για συμβουλάτορά του; Μα αυτός λένε είναι γηραιότερος, με αιώνες στην πλάτη και γύρω από τα μάτια του ολοφάνερους˙ δεν έχει ανάγκη το γνωμικό σου.
Μήπως χρειάζεται σώματα άπνοα ως πρώτη ύλη για σχέδιο διαστροφικό; Ό,τι και να είναι δε θα με κάνει να κιοτέψω. Δε θα σε πάρει έτσι, χωρίς να λογοδοτήσει σε μένα πρώτα. Εδώ θα σταθώ, θα γίνω αντίδοτο δραστικό και βλέφαρο μισάνοιχτο, θα τον αιφνιδιάσω, θα τον φέρω στο ίδιο μπόι που φέρνει αυτός τους πεθαμένους και θα τον κάνω να μου δώσει όρκο ότι εκεί που πας είναι καλύτερα από δω. Ότι θα συναντήσεις πρόσωπα που έχεις χρόνια να δεις και θα γευθείς χρώματα κι αρώματα που σε τούτο τον κόσμο δεν απάντηξες ούτε εσυ, ούτε κανείς άλλος ποτέ. Διαφορετικά, να μη σε πάρει παρά να γυρίσεις σπίτι που σε περιμένουν όλα όπως τα άφησες. Το τραπέζι στρωμένο με χόρτα, ψάρια και Θεό απάνω του ακουμπισμένα. Τα παιδιά πηγαινοέρχονται χωρίς σταματημό, με φωνές και απορίες, με τσιμπολογήματα στο ψωμί και κροκοδείλια δάκρυα για το τίποτα. Ο ήλιος χάνεται πίσω από την κοντινή κορυφή και ξεγελά. Θαρρείς ότι άμα ανέβεις στο βουνό, θα πέσεις πάνω του ή θα του ανακατέψεις τα ξανθωπά μαλλιά. Όλα εκεί και όλα εδώ, έρχονται και φεύγουν σαν το νερό του ποταμού που μας πήγαινες όταν ήμαστε μικρά παιδιά, τις Κυριακές. Ο ποταμός εκείνος έγινε βάλτος, μετά έγινε έλος και τώρα λένε πως θα γίνει τμήμα θεμελίου.
Μα μήπως κι εμείς μείναμε ίδιοι; Τα μικρά παιδιά έγιναν αγόρια και γυναίκες, τρίχιωσαν το στέρνο και οι αναμεσάδες των ποδιών τους. Εσύ τυφλώθηκες από το ένα μάτι, πήρες να ξεχνάς, να παραβλέπεις, να γίνεσαι ανορθόγραφος..και τώρα εδώ απειλείς ότι ο απόηχος του τραγουδιού σου θα ξεμακρύνει από μας. Θεέ μου, πως μπορεί άνθρωπος κατάκοιτος να κάνει ένα σάλτο και να περάσει στου θανάτου τη μεριά και δε μπορεί νέος, καμαρωτός και όρθιος, να κάνει ένα σάλτο και να περάσει λίγο νερό της βροχής που μονομεριάστηκε στην πόρτα του σπιτιού του απ’ έξω;
Σιωπή. Ακόμα μία φορά, καμία απάντηση. Ούτε κι από σένα, που κρατάς πεισματικά κλειστά τα χείλη σου και περιμένεις να καταλαγιάσει η ξεχειλισμένη απόγνωσή μου. Σιωπώ λοιπόν, φέρνω το πρόσωπό μου κοντά στο δικό σου και περιμένω τη δική σου, στερνή διδαχή».
Πέρασαν ορισμένα δευτερόλεπτα, στα οποία μόνο ερωτήσεις, ανακοινώσεις και ακαταλαβίστικες, ξενικές λέξεις μπερδεύονταν με σουρσίματα κι ακούσματα από τακούνια και καρδιές. Οι ελαφριοί σπασμοί πάνω από το αριστερό ζυγωματικό του πατέρα μαρτυρούσαν δυναμική εξέλιξη σκέψης. Σαν να επιστράτευε λέξεις, κάποιες απέλυε, άλλες συνέτασσε στη γραμμή. Για μια φορά, ήθελε να τα πει όλα χωρίς ντροπή, με το λόγο που, φορές, αρνήθηκε στο Βενιαμίν του. Μετά από λίγη ώρα, ο πρωτότυπος αυτός στρατός φαινόταν έτοιμος να κινήσει από τα ανεξερεύνητα βάθη του μυαλού για να φτάσει στη δική του «θάλαττα». Το πρόσωπο του πατέρα γαλήνεψε, οι σπασμοί λιγόστεψαν. Κατά σύμπτωση και από σεβασμό των καιρών, στο δωμάτιο δεν ήταν κανείς άλλος εκείνη την ώρα. Μια γρήγορη ματιά του νέου έφτανε να το επιβεβαιώσει με τρόμο και αγωνία στην αρχή, με ανακούφιση και την ίδια αγωνία στο τέλος. Μια σκέψη του, με την ταχύτητα της αστραπής, αναρωτιόταν που είχαν όλοι πάει. Απαντήσεις, με την καθυστέρηση της βροντής που έπεται, απαντούσαν τυπικά:
- Στο μπαλκόνι.
- Για τηλέφωνο.
Ολόγυρά τους, ανακατωμένα σεντόνια, παρατημένες τσάντες, κλειδιά σουβλερά, μισογεμάτα, πλαστικά ποτήρια με διάφανο, υγρό περιεχόμενο, χάπια μέσα σε σελοφάν και λίγα χάμω στο πάτωμα. Μισομαραμένα αγριολούλουδα παρέπεμπαν στις όχθες του Αχέροντα ενώ λίγα κέρματα σ’ εκείνο τον περίφημο οβολό. Στημένες εικόνες, που δεν ξάφνιαζαν, επειδή δεν ενδιέφεραν. Ο πατέρας, ήρεμος, με το χέρι του βαθουλιασμένο, περίμενε του νέου το χέρι. Αυτός του το έδωσε. Στην ένωση των δύο χεριών και στο σφίξιμο αυτών κύκλωμα έκλεισε, η καρδιά του νέου άνοιξε σαν μπουμπούκι και ο πατέρας πήρε την ανάσα που τόση ώρα γύρευε.
- Θα σου πω πολλά, θα στα πω όλα. Γεννήθηκα εντελώς ξαφνικά…

Μαραγκάκης Μιχαήλ