12 Απρ 2009

Απόσταγμα πικρίας

Ανεπίδεκτοι, ακόμα και εμπειρικής μαθήσεως,
δεσμοφύλακες της καρδιάς μας, που
θαρρέψατε πως,
περισαρκωνόντας την,
ξεμπερδέψατε για κανά δυο γενιές
μάθετε πως γελαστήκατε!
Τι κι αν ποιητάδες στο χαρτί,
μαθητάδες στα θρανία,
νιοζευγαρωμένοι στους σιμά στη θάλασσα βράχους και
ναυτικοί στον πέτη τους
σας αφήκανε σημάδια
μπας και ξεστραβωθείτε!
Τίποτα εσείς!
Κοντόπνοα πρωτοξάδερφα κλειδοκρατόρων φυλακών Κορυδαλλού και Κέρκυρας
βαρεθήκαμε
όλοι οι πεθαμένοι και θαμμένοι, κάτω από την άθραυστη σιωπή, εραστές
να σας επαναλαμβάνουμε πως
η καρδιά έκαμε συμμάχους τα αιμάτινα τείχη που της θέσατε
τα παλμοδότησε
κι εσαεί τα εξυψώνει σε Παράδεισο
με λογιώ-λογιώ φρούτα:
χάδι, φιλί, άρωμα, γλυκόλογο,καθαρή ματιά.
Φρούτα για κάθε αίσθηση!!
Κι εσείς θαρρείτε πως
το φόντο με τα καρποφόρα δέντρα μες στην πρωινή ομίχλη
είναι ζωγραφιστό κι εμπνευσμένο
από κινηματογραφική ταινία, χιτσκοκικής περιόδου..
Αληθινό είναι, ηλίθιοι!
Αληθινό!

Μιχάλης Μαραγκάκης.

7 Νοε 2008

"εξω βρέχει"...

...απλά μου ανταπαντούσε η γιαγιά μου και μου διέλυε κάθε φόβο και ανησυχία όταν εγώ παιδί-έγγονάς της, της λαλούσα ανήσυχος την κοινότυπη διαπίστωση, θωρώντας τα υγραμένα αειθαλόφυλλα και τον κόσμο να έχει ανοίξει το βήμα του... ήσυχος και πάλι έφευγα από το παράθυρο και πλησίαζα το τζάκι... αυτός ο ήχος των σταγόνων που έσπαγαν στους ασβεστωμένους πετρότοιχους, η όψη της φωτιάς που παιχνίδιζε με το θαμμένο στη στάχτη κάστανο και την, σε απόσταση ασφαλείας, λαδωμένη φέτα ψωμί και η δική μου αναμονή για να ρίξω πάνω στην τελευταία ρίγανη αποτελούν ένα τρίπτυχο το οποίο σήμερα καταφτάνει από το τότε για να μου θυμίσει αγαπημένα πρόσωπα και εικόνες... το φθινοπωρινό σκηνικό μου θύμισε το τρίπτυχο βροχή-φωτιά-παιδί που κάποτε ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου (έτσι χωρίς επιθετικό προσδιορισμό, γιατί έχει κριθεί και έχει προκριθεί ώστε να χαρακτηρισθεί εκείνη η περίοδος ως "ζωή" σε αντίθεση με τη νιότη μου ή το σήμερα τα οποία ακόμα τελούν υπο κρίση, ενίοτε αμφισβήτηση και ενίοτε επιδοκιμασία)...

Μιχάλης Μαραγκάκης.

4 Νοε 2008

Το παρελθόν το προτιμώ θάλασσα..

Είμαι ανθρωπόμορφο ον που το παρελθόν το έχει πάντα δίπλα του, όπου και να πηγαίνω απ' όπου και αν επιστρέφω, με τη μορφή υγρού στοιχείου. Ανάλογα με τις ανάγκες μου στο εκάστοτε παρόν, το παρελθόν παίρνει μορφές διάφορες: από νερό μέσα σε ρακοπότηρο ίσα-ίσα για να βρέξω τα χείλη μου μέχρι πέλαγος ανοιχτό να ξανοιχτώ μέσα του, παρεκκλίνοντας προσωρινά την πετροφυτεμένη λωριδα γης που λέγεται "παρόν".
Μου αρέσει να ανατρεχώ στο παρελθόν, να αναθυμούμαι ήδη βιωμένες καταστάσεις και βασισμένος στο παραδειγματικό τους απόσταγμα να ενεργώ, προσφέροντας ίαση, στο προσβεβλημένο από δίλημμα, παρόν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, με φαντάζομαι διψασμένο και το παρελθόν είναι ένα ποτήρι νερό, όχι απαραίτητα δροσερό αλλά τουλάχιστον ικανό, να με ξεδιψάσει.
Μου αρέσει ακόμα να ανασκαλίζω εύθυμη ιστορία την οποία και τη μοιράζομαι με συνδαιτημόνες μου με την κρυφελπίδα, στο τέλος της, να συμφωνήσουν, ομόφωνα ή έστω κατά ισχυρή πλειοψηφία, με τον επιθετικό προσδιορισμό που, αρχικά μονοπλεύρως, έθεσα στην "ιστορία".
Ας μην κοροϊδεύω όμως... Το παρελθόν το προτιμώ θάλασσα... να βουτώ να δροσίζομαι από την κάψα του παρόντος, να βουτώ να ξεπλένομαι από τη σκόνη του παρόντος, να βουτώ να δραπετεύω για άλλη γη, κι ας ξέρω εκ των προτέρων πως αυτή που αφήνω είναι και η μόνη. Το παρελθόν το προτιμώ θάλασσα.. να διαθλάται μέσα της η δέσμη ηλιαχτίδων κι εγώ να παραστρατίζω, να πετώ στην άμμο τα ρούχα μου και γυμνός να λογχίζομαι ξανά και ξανά από δαύτη.
Το παρελθόν το αγαπώ θάλασσα... που έχει πλημμυρίσει στενά απ' όπου πέρασα έφηβος μόνος, αλάνες απ' όπου πέρασα και αντιχαιρέτησα τον παιδικό αυθορμητισμό και γειτονιές απ' όπου πέρασα και (κατά ταπεινή παράφραση των στίχων της Πολυδούρη) "δεν τραγούδησα παρά γιατί όπως περάσατε, άνθρωποι, σας καμάρωσα..."


Μιχάλης Μαραγκάκης

26 Ιουν 2008

Ζωή απ’ τα χαλάσματα (Α΄ βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του Φυσιολατρικού Συνδέσμου Πατρών το 2003)

Μια στραβοτιμονιά, ένας αδέξιος χειρισμός, ένα ποτηράκι παραπάνω αρκούν για να μετατρέψουν το όνειρο σε εφιάλτη, να σε γκρεμίσουν στο βάραθρο της απελπισίας, να σε οδηγήσουν στην κόγχη της απόγνωσης. ΄Έτσι ξαφνικά μπορείς να βρεθείς στην αντίπερα όχθη, ζωντανός νεκρός, δαχτυλοδειχτούμενος από το «φιλοθεάμον κοινό» και αδικημένος από τη μοίρα. ΄Ερχεται ώρα που οι ελπίδες στερεύουν σαν την πηγή που παραμένει ορφανή προσμένοντας λυτρωτικά το νερό από το βουνό κι εκείνο αρνείται πεισματικά να την διατρέξει. ΄Έτσι απλώνεται βαρύ και καταθλιπτικό το σκοτάδι βαθιά μέσα σου στα έγκατα του είναι σου και μοναδικός συνοδοιπόρος στη ζωή σου, το πιστό σου σκυλί που από δω και πέρα θα σε συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς και της απελπισίας.

………………………………………………………………………………………..


«Υπάρχει κάποια ελπίδα, γιατρέ; Την αλήθεια θέλω όχι άλλα ψέματα και μισόλογα» ρωτούσα με φόβο ψυχής κι η αγωνία μου βουνό νόμιζα πως θα με καταπλακώσει από στιγμή σε στιγμή.

«Πάντα υπάρχει ελπίδα, ΄Αγγελε. Η ελπίδα δραπετεύει από την ανθρώπινη ψυχή, όταν ο θάνατος σφαλίζει τα βλέφαρά μας. ΄Αλλωστε ο Θεός είναι μεγάλος. Εμείς θα κάνουμε ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό. Εσύ πρέπει να πιστεύεις βαθιά ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες και θα δεις ότι όλα τα σύννεφα θα διαβούν με ένα φύσημα ανέμου και θα ‘ ρθει η ξαστεριά»

«Θεός! Πίστη! Γιατρός ήταν αυτός ή ιεροκήρυκας; Κατάλαβα. ΄Όταν οι γιατροί επικαλούνται το Θεό…βράσε όρυζα. Είχα αρχίσει πια να χάνω την επαφή μου μ’ αυτές τις έννοιες καθώς αισθανόμουν πως δεν μπορεί καμιά θεϊκή δύναμη να επιτρέπει κάτι τόσο σκληρό. ΄Ενας νέος άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγο έσφυζε από ζωή, ένας μέχρι πρότινος σημαντικός αθλητής της κολύμβησης πολλά υποσχόμενος με όνειρα και φιλοδοξίες, έγκλειστος στο κελί να «ατενίζει» πια τη ζωή μέσα από όλες τις άλλες αισθήσεις εκτός από την όραση και να αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία σαν τους απόμαχους καπεταναίους που με κάθε ρουφηξιά της πίπας τους εκδικούνται τα γηρατειά που τους στέρησε τη χαρά των ταξιδιών και την ικανοποίηση των πρωτοϊδομένων λιμανιών. Εγώ άραγε σε ποια λιμάνια θα μπορούσα ν’ αράξω πια; Τι να θαυμάσω και πώς να τα κατακτήσω με δυο μάτια σβησμένες θράκες με μια ματιά χαμένη στο πουθενά που δεν άφηνε κανένα περιθώριο – έτσι τουλάχιστον πίστευα τότε - αισιοδοξίας και εγκαρτέρησης;

Μέσα στα δύσκολα αυτά χρόνια έμελλε να χάσω σιγά σιγά και τα στηρίγματά μου, καθώς ο φυσικός νόμος είναι σκληρός και ανελέητος. Πρώτα ο πατέρας. Εγκεφαλικό. «΄Έτσι εκεί που κάθονταν», έλεγε η μάνα με δάκρυα στα μάτια, «έγειρε το λευκό του κεφάλι, γούρλωσε τα μάτια του, άπλωσε ικετευτικά το ένα χέρι». Σαν να ζητούσε βοήθεια να παραμείνει στη ζωή ή να προσπαθούσε να εμποδίσει το Χάροντα να τον επιβιβάσει στη λέμβο που θα τον μετέφερε στο βασίλειο των νεκρών κι απλά, ήσυχα και με αξιοπρέπεια είπε το στερνό αντίο σε τούτον το μάταιο κόσμο που τόσο φαρμάκι τον πότισε στα στερνά του.

«Σώπα, μάνα, μην κλαις. ΄Εχεις Εμένα. ΄Εχω εσένα. Μαζί. Μαζί. Πάντα μαζί», της ψιθύριζα στο αυτί καθώς έγερνε πάνω μου με αναφιλητά τα κρύα απογεύματα του Δεκέμβρη αναζητώντας την παρηγοριά από έναν τυφλό. Τέτοια απελπισία λοιπόν; Κι εγώ; Τι θα γινόμουν; ΄Εμενα μόνος. Μόνο εκείνη απέμεινε δίπλα μου. Οι ξένοι σκορπούν άμα σε χτυπήσει ο κεραυνός, από φόβο και από αδιαφορία. Αλλά αν κι εκείνη αποφάσιζε να αναζητήσει το σύντροφό της, τι θα γινόμουν στη ζωή; Η δική μου αγάπη με είχε εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί.


…………………………………………………………………………………………

Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω του κι εγώ κούρνιασα πιο βαθιά στην πολυθρόνα μου. ΄Ακου να δεις το τομάρι, σκέφτηκα. Λες και το κάνει επίτηδες. Τι ήθελε και μου θύμισε το κολυμβητήριο; Κι η ριμάδα η σκέψη μου άλλο που δεν ήθελε. Βρήκε την ευκαιρία να τρέξει σαν την ξένοιαστη παιδούλα που περιδιαβαίνει το πυκνό δάσος στις προηγούμενες καλές μέρες, όταν κάναμε όλη η παλιοπαρέα εντατικές προπονήσεις στοχεύοντας στον πρωταθλητισμό.

«΄Αγγελε, πας πολύ καλά. Δύναμη χρειάζεται και σκληρή προσπάθεια. Τα αγαθά κόποις κτώνται»

«Θέλω. Θέλω πολύ να συνεχίσω, μα δεν είμαι σίγουρος…»

«Σίγουρος; Κανείς δεν είναι σίγουρος για τίποτα, μα ο αγώνας ο ανθρώπινος δε σταματάει πουθενά. ΄Εχεις τα νιάτα σου. Κάλπασε με άτι τη νεότητα και τη δύναμη της ψυχής σου και θα περιδιαβείς στα μονοπάτια της επιτυχίας και της δόξας».

Τα είχα όλα αυτά, μα τώρα νομίζω ότι με εγκατέλειψαν σαν τους ΄Ελληνες στρατιώτες που μπρος στο φόβο του εχθρού μήδιζαν κατά χιλιάδες. Σαν να με άδειασαν ξαφνικά. ΄Ενα σακούλι γεμάτο από όλα τα καλούδια έμεινε άδειο. ΄Ενας σαπρός σάκος εκτεθειμένος στο βοριά και στη δίνη του καιρού απροστάτευτος, έτοιμος να μεταφερθεί οπουδήποτε αποδεσμευμένος από βούληση χωρίς την αλλοτινή του ικμάδα.

Τώρα δεν έχω τίποτα. ΄Η μάλλον ό,τι έχω δεν μπορώ να το αξιοποιήσω, αφού δεν είμαι πια από τους δυνατούς, αλλά από τους «άλλους». Ζω και δε ζω. Αναπνέω και δεν είμαι σίγουρος ούτε και γι αυτό. ΄Ολα περνούν από πλάι μου, μα αφού δεν τα βλέπω, τα αφουγκράζομαι, τα οσφραίνομαι, τα γεύομαι. Ως εκεί. Σε λίγο αισθάνομαι ότι και οι υπόλοιπες αισθήσεις μου θα ακολουθήσουν το δρόμο της φθοράς και της σήψης που πρώτη χάραξε η όραση και θα απομακρυνθούν μετά βδελυγμίας από το σώμα μου. ΄Επεσα να κοιμηθώ βουτηγμένος στα δάκρυα. Βλέπεις μπορεί να έχασα το φως μου, αλλά αυτό δεν εμπόδιζε διόλου τα μάτια μου να πλημμυρίζουν από καυτά ζουμιά που χαρακώνουν το νεανικό δέρμα του προσώπου μου κατευθυνόμενα με αποφασιστικότητα στο στήθος μου σαν να έψαχναν με αγωνία το μέρος της καρδιάς για να διαπιστώσουν αν πάλλεται ακόμα. Δε θυμάμαι πότε ο ύπνος σφάλισε τα βλέφαρά μου, μα αναμφίβολα ήταν για μένα μια λύτρωση, αφού με απομάκρυνε από τις μελανές σκέψεις και είχε τη δύναμη να με μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου αισθανόμουν ανάλαφρος και παντοδύναμος.

Την επόμενη μέρα ξύπνησα από τις φωνές της μάνας μου που καλωσόριζε κάποιο οικείο πρόσωπο. Η φωνή μου φάνηκε ιδιαίτερα γνωστή και αγαπητή γι αυτό βιάστηκα να μπω στο σαλόνι χωρίς καλά καλά να πλυθώ. Μα βέβαια. Στεκόταν μπροστά μου ο δεύτερος πατέρας μου, ο φίλος, ο αδερφός, ο άνθρωπος που κοντά του κάποτε νόμιζα ότι θα δώσω σάρκα και οστά σε όλα τα όνειρά μου. Μα τώρα…

«΄Αγγελε, αγόρι μου, πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω»

«Καλημέρα κύριε Αναστασίου», ψέλλισα κρύβοντας τη χαρά μου αλλά και τη ντροπή μου συνάμα που με έβλεπε σ’ αυτήν την κατάσταση. Η μάνα μου μάσησε μια πρόχειρη δικαιολογία και αποχώρησε από το δωμάτιο, αφού έψησε ένα ελληνικό βαρύ γλυκό καφεδάκι, τέχνη που κουβαλούσε από τη Σμύρνη, τη χαμένη της πατρίδα, στον προπονητή μου.

«Λοιπόν; Πως τα πάμε;»

«Δε βλέπετε; Εσείς βλέπετε, εγώ αδυνατώ!».

«Πολλά μπορείς να κάνεις και είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Εγώ μπορώ, αλλά μόνο αν το επιθυμείς κι εσύ. Μην αφήσεις μια φυσική αδυναμία να σου στερήσει όσα σου αξίζουν. ΄Εχεις δουλέψει πολύ μέχρι τώρα και δεν είναι σωστό να τους δώσεις μια κλωτσιά. ΄Εχε μου εμπιστοσύνη κι όλα θα πάνε καλά».

………………………………………………………………………………………..

«Η Ολυμπιάδα είναι μπροστά μας. Ο χρόνος περνάει και πρέπει να τον εκμεταλλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο. Κάποτε μου είχες εξομολογηθεί ότι φλέγεσαι από το πάθος της κολύμβησης και της ενασχόλησής σου με τον αθλητισμό. Πού πήγε αυτή η φλόγα; Πώς έσβησε;»

«΄Εσβησε εκείνη τη μέρα μαζί με τη λάμψη των ματιών μου, κύριε Αναστασίου. Οι νεκροί δεν ανασταίνονται όσο κι αν το επιθυμούμε.»

«Δεν είσαι πεθαμένος που να πάρει», έκανε εκείνος και χτύπησε με δύναμη τη γροθιά του πάνω στο κλασικό τραπεζάκι της μαμάς παρασύροντας στη δίνη του το καφεδάκι με το νεράκι του. Και συνέχισε απτόητος:

«Δεν τελειώνει η ζωή με μια ατυχία. Είσαι αθλητής και πρέπει να το γνωρίζεις καλά αυτό. ΄Εχεις μάθει να παλεύεις με νύχια και με δόντια. Είσαι νέος, δυνατός και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση. Ξέρω, δε βλέπεις και αυτό σου δημιουργεί μια ανασφάλεια. ΄Ομως αναλογίσου τη δυστυχία που δέρνει τον κόσμο. Δεν το βάζουν όμως κάτω. Δεν παραιτούνται. Σφίγγουν τα δόντια. Ατσαλώνουν την ψυχή τους και προχωρούν. Υπάρχει και η Παραολυμπιάδα μετά τους Ολυμπιακούς. Εδώ είναι η πρόκληση. Τώρα έχεις την ευκαιρία. ΄Η μου δίνεις το χέρι σου και προχωράμε στη ζωή ή μένεις μόνος σου μέσα στους τέσσερις αυτούς τοίχους και κλαις τη μοίρα σου σαν καμιά κακορίζικη γυναικούλα άξια της τύχης της. Δε θα σε παρακαλέσω, ΄Αγγελε, αλλά ως ειδικός πρώτα απ’ όλα και ως φίλος σου έπειτα θα σου πω ότι αν θέλεις μπορείς να κάνεις θαύματα. Μια σου λέξη κι από αύριο θα γεμίζεις με την παρουσία σου το κολυμβητήριο. ΄Αλλωστε δε θα είσαι μόνος. Εδώ μέσα είσαι πιο έρημος απ’ ό,τι κοντά μας. ΄Ελα, αγόρι μου, άσε με να σε πάρω από το χέρι και δε θα το μετανιώσεις».

………………………………………………………………………………………


Πάλεψα, πόνεσα, ίδρωσα, κουράστηκα μέχρι που ο πανδαμάτορας γιος του Μορφέα εγκαταστάθηκε στα μάτια μου βυθίζοντάς με σε έναν κόσμο μαγικό και παραμυθένιο. ΄Ενας άντρας τότε χειροδύναμος με πήρε στους ώμους του και μου πρόσφερε ένα ονειρικό ταξίδι μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον όπου αισθανόμουν φτερωμένος και δυνατός ατενίζοντας κάθε λεπτομέρεια της φύσης. Αισθανόμουν κάθε μυρωδιά της, ρουφούσα αχόρταγα. ΄Απλωνα τα χέρια και χάιδευα την πλάση. Αφουγκραζόμουν κάθε ψίθυρο παίρνοντας δύναμη από το μεγαλείο της φύσης μιας και βρέθηκα σε ένα αγνό κατά πάσα πιθανότητα περιβάλλον απρόσβλητο από την ανθρώπινη αδιαφορία και καταστροφικότητα. Η πορεία μας, όμως έλαβε τέλος όταν φτάσαμε σε ένα σπήλαιο λουσμένο στο φως όμοιο με εκείνο που διαχέεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας τη μυστηριακή στιγμή της μετατροπής του κρασιού και του άρτου σε σώμα και αίμα Χριστού. Εκεί σταθήκαμε και οι δύο έντρομοι. Τότε ένα φίδι πετάχτηκε από μια καστανιά. Σούρθηκε προς το μέρος μου. Αναρριχήθηκε στο κορμί μου μέχρι που έγλειψε με τη γλώσσα του τα πονεμένα μου μάτια, ενώ ακουγόταν μια φωνή που πρόφερε τη λέξη «ευετηρία», που σημαίνει σωτηρία και καλή υγεία. Το φίδι σε λίγο με εγκατέλειψε. Χώθηκε στα φυλλώματα του δέντρου επιτρέποντας πια την επιστροφή μας στην πραγματικότητα. Ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα βάζοντας μια δυνατή φωνή που έκανε τη μάνα μου να τρέξει έντρομη στην κάμαρά μου.

«Τι συμβαίνει, πουλάκι μου; ΄Ονειρο ήταν και πάει».

«΄Ονειρο; Πάει;»

Χρειάστηκε πολύ ώρα για να συνέλθω από το σοκ εκείνης του μεσημεριάτικης

Ονειροφαντασιάς. Μα όταν πέρασε αυτό το διάστημα, η ομίχλη έφευγε σταδιακά από τη σκέψη μου κι ο λαμπρός ήλιος της γνώσης με τύλιγε προστατευτικά αποδεικνύοντας συγκινητική πρόνοια. ΄Ένα όνομα τότε ήρθε στη σκέψη μου: ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ. Θυμήθηκα ένα μάθημα στο Λύκειο για τον Ασκληπιό. Ο φιλόλογός μας με συγκίνηση και στόμφο μας εξηγούσε ένα όμορφο Απριλιάτικο απόγευμα σε μια προσπάθεια να δεσμεύσει τη σκέψη μας για να μην αποδράσει από τη μουντή σχολική αίθουσα ότι ο Ασκληπιός μεταμορφωνόταν σε φίδι ή σκύλο και αγκάλιαζε τους πάσχοντες προσφέροντάς τους την ευτυχία και την υγεία επιδεικνύοντας την αγάπη του για τον άνθρωπο και τη φροντίδα του για τον ανθρώπινο πόνο.

«Θέλεις κάτι;», ρώτησε με φανερή αγωνία η μάνα μου κάνοντας δειλά την εμφάνισή της στην είσοδο του δωματίου μου.

«Ναι. Να μου ετοιμάσεις τα ρούχα μου για αύριο και να τηλεφωνήσεις στον Παύλο. Τον θέλω».

Κόκαλο η μάνα μου, μα τι να κάνει; Έτρεξε με φιλούσε, με αγκάλιαζε, φώναζε, τσίριζε, χαλούσε τον κόσμο κι εγώ σα στήλη άλατος στεκόμουν έρμαιο στα χάδια και τις εκδηλώσεις της.

……………………………………………………………………………………..


Βρισκόμουν μετέωρος σαν να αγνάντευα τον κόσμο στο χείλος του γκρεμού την ώρα ακριβώς που είχα αποφασίσει να μην προσφέρω το σώμα μου «θυσία καθαρά» στον ΄Αδη. Προσπαθούσα να ισορροπήσω μεταξύ ζωής και θανάτου ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία. Μια ιερή στιγμή στο έσχατο όριο της καταστροφής ή στην αφετηρία της αναγέννησης. «Ζωή από τα χαλάσματα»! Αυτό ήταν που πρέσβευε ο σωτήρας και λυτρωτής μου Ασκληπιός. Εκείνος δίδασκε ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αναμορφωθεί και να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του, ώστε να κερδίσει με την αξία του και τη θυσία του τη ζωή του καταξιώνοντας την ύπαρξή του. Ζωή μέσα από τα χαλάσματα σαν τη μυστική παπαρούνα που πρόβαλλε αποφασιστικά μέσα από τους σάπιους γαιόσακους στο πεδίο του πολέμου και έδωσε την ευκαιρία στην αποκοιμισμένη ψυχή του στρατιώτη του Στρατή Μυριβήλη να ξαναγεννηθεί, ξαναγίνει ένα παιδί με ευαισθησίες γεμάτο πίστη και αισιοδοξία για το μέλλον.

Αυτό ήταν. Ο κύβος ερρίφθη. ΄Εκανα το σάλτο και σύντομα είχα γυρίσει σελίδα. Αποδέχτηκα μια σχετική αναπηρία μου, αλλά τώρα πια ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω στον εαυτό μου πολλά ελαφρυντικά. Μάζεψα τα κομμάτια μου και διαπίστωσα με έκπληξη ότι δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητες οι ψυχικές και οι σωματικές δυνάμεις που μου είχαν απομείνει.

Σε λίγους μήνες βρισκόμουν σε πολύ καλή κατάσταση και φανερά γιατρεμένος από φαντάσματα του παρελθόντος. Η ενασχόλησή μου με τον αθλητισμό, τη μεγάλη μου αγάπη με αναζωογόνησε και με έκανε να αναθεωρήσω όλες τις προηγούμενες ανησυχίες και φοβίες μου που κάποτε σε ένα μακρινό παρελθόν, νομίζω κιόλας δεν είμαι απόλυτα βέβαιος για το τι είναι αλήθεια ποια και τι όνειρο – με είχαν οδηγήσει να πραγματοποιήσω μια απονενοημένη πράξη.

……………………………………………………………………………………..


΄Έτσι η ζωή άρχισε να μου χαμογελάει ξαφνικά και το περίεργο ήταν πως πράγματα που μέχρι πρόσφατα μου φαίνονταν βουνό, τώρα ήταν ένα απλό παιχνιδάκι. Μπορούσα να αυτοεξυπηρετηθώ, να μετακινούμαι, να προπονούμαι, να βγαίνω με τους φίλους μου, να γελάω, να αστειεύομαι, να …ερωτεύομαι. Ναι, όσο και να φαίνεται τρελό έπειτα από τρεις μήνες βρισκόμουν ενταγμένος μέσα στον κόσμο, συμβιβασμένος με την κατάστασή μου, δυνατός και τροπαιοφόρος έχοντας αγκαλιά το κορίτσι μου που με κοιτούσε στα «μάτια» ανταλλάσσοντας όρκους πίστης και αγάπης. Σχεδιάζαμε για γάμο, οικογένεια…πολλά!

Μα και οι φίλοι και συναθλητές μου έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην αναγέννησή μου μέσα από την τέφρα μου.

«΄Άγγελε, πως τα «βλέπεις» τα πράγματα;»

«Μια χαρά. Θέλω δουλειά ακόμα , μα θα τα καταφέρω».

«Κι εγώ το ίδιο νομίζω. Είμαι πολύ κοντά σε ένα καλό ρεκόρ», απαντούσε ο Στάθης και εγώ τον θαύμαζα ακόμα πιο πολύ, αφού ήταν για μένα ένα παράδειγμα προς μίμηση. Πρότυπο αγωνιστικότητας και δύναμης. Ο Στάθης είχε χάσει το ένα του πόδι σε ένα φοβερό ατύχημα και ήταν μόνο 22 χρόνων. Δεν το έβαλε κάτω όμως. Πάλεψε και να τος τώρα να αγωνίζεται με ένα πόδι και ένα κατά τα άλλα υπέροχο σώμα να αποδείξει πρώτα στον εαυτό του και στους άλλους ότι ζει, υπάρχει αναπνέει, νικάει, υπερισχύει. Θα συμμετέχει κι εκείνος στην Παραολυμπιάδα και θα προσπαθούσε για το καλύτερο μετά ένα δυνατό χτύπημα της μοίρας του. Δεν τον κατέβαλλε. ¨Εσφιγγε τα δόντια και λιοντάρι μοναχό. Μοχθούσε να ξεπεράσει τις προσδοκίες όλων. ΄Ηταν ανάμεσά μας μαζί με άλλα παιδιά όπως η Ελένη, η Μαρία, ο Αργύρης. ΄Ολοι πέρασαν άλλος πρόσφατα κι άλλος πιο παλιά από τη δύσκολη κατάσταση την οποία αντιμετώπισα κι εγώ και πρόβαλλαν το εγώ τους κερδίζοντας επάξια τον έπαινο το θαυμασμό και τα συγχαρητήρια όλων. Το αν θα νικούσαμε στους αγώνες είχε ελάχιστη σημασία. Νικητές νιώθαμε ήδη και μόνο με την παρουσία μας εκεί, αφού αισθανόμαστε σωστά θεριά και ατενίζαμε τη ζωή με «άλλα μάτια».

………………………………………………………………………………………..


Ναι αυτή τη στιγμή που περνάει όλη μου η ζωή μπροστά μου σαν μια κινηματογραφική ταινία βρίσκομαι δίπλα στο προσκεφάλι της μάνας μου, που έκλεισε τα μάτια της απροσδόκητα αλλά ευχαριστημένη και σίγουρη για μένα ότι θα συνεχίσω να υπάρχω ακόμα και εν απουσία της. Το μεγάλο της άγχος εξατμίστηκε σαν το νεράκι που ανεβαίνει ανάλαφρο με τη μορφή ατμού στον ΄Υψιστο, θυσία αναίμακτη στο Δημιουργό της πλάσης. ΄Έτσι ανέβηκε χθες το απόγευμα και η ψυχούλα της δίνοντας μου ένα μεγάλο πόνο τη στιγμή της υπεροχής και της ελπίδας μου. ΄Αφησε όμως πίσω της ένα αγόρι δυνατό και ακμαίο και σίγουρο για την πρόοδό του. ΄Ετσι έτρεξε να ανταμώσει το σύντροφό της που την καλούσε κοντά του μην υποφέροντας τη μοναξιά

«΄Ασε με, έχω υποχρεώσεις πίσω. Το παιδί…τι θα απογίνει ο γιος μας; Πλάσμα αδύναμο. Μισό…»

«Δεν είμαι μισός μάνα.» της ψιθύρισα στο αυτί πάνω από το νεκρό κουφάρι της. «Είμαι ένας άντρας που απλώς βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και πίστεψέ με, μερικές φορές λέω ότι είναι πιο όμορφος ο κόσμος έτσι. Καλό ταξίδι και μη νοιάζεσαι για μένα. Ταξίδεψε στον κόσμο της γαλήνης και της ευτυχίας απαλλαγμένη από τα προβλήματα της ζωής. Αρκετά σας προξένησα εσένα και του πατέρα. Αναπαυθείτε ήσυχοι. Εγώ πορεύομαι λυτρωμένος και ανεξάρτητος στη ζωή χωρίς δεκανίκια και αυταπάτες. Και τη μεγαλύτερη τιμή που μπορώ να σας αποδώσω σας υπόσχομαι να καταστώ δυνατός να την πραγματοποιήσω. Το χρυσό μετάλλιο θα στολίζει τον τάφο σας. Η πιο σπουδαία προσφορά μου στους γεννήτορες που πολύ τους πίκρανα αθέλητα μου, μα και που τους κατευόδωσα με τη βεβαιότητα ότι μετά από τη δυστυχία ξημερώνει μια λαμπρότερη μέρα. ΄Αλλωστε

«του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου,

και του τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνου,

με του καιρου τα’ αλλάματα που αναπαημό δεν έχου,

μα στο καλό και εις το κακό περιπατούν και τρέχου…

Διονύσης Λεϊμονής

Ο Διονύσης Λεϊμονής γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1969 σε μια κωμόπολη της Αιτωλοακαρνανίας, το Αιτωλικό. Από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια έγινε αισθητή η συγγραφική του ικανότητα. Γρήγορα στράφηκε στη συγγραφή παιδικών και νεανικών ιστοριών ως διέξοδο από την καθημερινότητα. Το Σεπτέμβρη του 1987 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων απ’ όπου λαμβάνει το πτυχίο της κλασικής φιλολογίας το 1991.

Ακολουθεί ο στρατός και ο γάμος του στη Νέα Ιωνία του βόλου, όπου ασχολείται επί σειρά ετών με την παράδοση ιδιαίτερων μαθημάτων σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου. Το χρονικό διάστημα από το 1993 μέχρι και σήμερα συγγράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια και θεατρικά για παιδιά, ενώ παράλληλα αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο του βόλου, της Σάμου και της γενέτειράς του.

Σήμερα έχει επιστρέψει στη νέα Ιωνία του βόλου όπου ζει και εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών και ασχολείται με πολιτιστικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες στο σχολικό χώρο. Παράλληλα αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά και συγγράφει λογοτεχνικά έργα.

Τον Ιανουάριο του 2005 έλαβε το πρώτο βραβείο διηγήματος στον Πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό που διοργάνωσε για το 2004 ο Φυσιολατρικός Σύνδεσμος Πατρών με το έργο του «Ζωή απ’ τα χαλάσματα»

΄Αλλα έργα του είναι το μυθιστόρημα «Μια στραβοτιμονιά», το θεατρικό «΄Ηταν μια φορά…ένας καλός λύκος…», μια σειρά παιδικών ιστοριών, διηγήματα όπως «Σιαμαία ζωή», «Μικροί ήρωες», «Φτου ξελευτερία» κ.ά.

Τον Οκτώβρη του 2005 εξέδωσε τα πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο: «Η Κολυμβήθρα του Σιλωάμ».

Ο Διονύσης Λεϊμονής είναι ενεργό μέλος της Πανελλήνιας ΄Ενωσης Συνεργασίας Νέων Λογοτεχνών.


1 Απρ 2008

Λόγια

Αγαπούσε μια κοπέλα που έμενε στην Ξάνθη. Δεν τον άφηναν να πάει.
'Απλωσε κι αυτός το αντίσκηνό του σ' ένα ερημικό δέντρο κι έγραψε πάνω με κιμωλία:
Ξάνθη.

Τ. Λειβαδίτης (Στην Τοτώ.)

Κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω πώς μπορεί
να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται.

Καρυωτάκης.

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
αν δε μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου.
η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου.
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα και αν περνώ, όποιαν ιδέα και αν λέγω.

Καβάφης.


Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι’ από πεζό χωμάτινο ένα μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικώτερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Καββαδίας

Δε βρίσκεται κανείς όταν χαρίζει ένα φιλί
που να μη νιώθει το χαμόγελο των ασχημάτιστων ανθρώπων
.

Lorca


Kυριακή των Βαϊων, 2003.

Μετά από ένα Σαββατοκύριακο, πρωτοείδωτων στιγμών μέσα στο Άγιο Όρος, βρίσκομαι πλέον μέσα στο πλοιάριο που μας κατευθύνει στην Ουρανούπολη. Δίπλα μου ο Παπα-Γιώργης, σε μια στάση σαν να θέλει να εννοεί πολλά και να λέγει λίγα. Σε αυτήν τη μυσταγωγία, στην οποία ως πρωτοεμφανιζόμενος κομπάρσος παίζω το ρόλο του ωτακουστή, ο Άθως έρχεται να σταθεί (ανάλογα με τα τερτίπια του καραβιού) ποτέ ως φόντο μας, πότε ως συνομιλητής μας (Αυτός και αν εννοεί πολλά, χωρίς να χρειαστεί να λαλήσει τίποτα) και πότε ως καθρεφτίζουσα, ενανθρωπισμένη μορφή στις κόρες των ματιών μας.


Χιονισμένος, με ένα κορμί που δε μένει στα χαμηλά να δενδροφορεθεί παρά ξεχύνεται προς τον ουρανό δίνοντας μια κλίση στα πλευρά του που και αυτά τα αγριοκάτσικα θα τρόμαζε, σου δίνει την εντύπωση ότι ακόμα και το χιόνι που απάνω βαστά μπόλικο τον έχει εξαπατήσει, ερχόμενο από ψηλά! Παναγία μου με το περιβόλι σου και με τον εδικό σου "Τάλω"!
Έκτοτε, είπα να καρτερώ τον πισωγυρισμό μου και το ξαναπάντημά μου με το θεριό που στον ίσκιο του πρωτοκατάλαβα το σέβας προς το θάνατο. Αμέσως μετά και μέχρι τη στιγμή που τον έχασα απ' τη ματιά μου γευόμουν πάλι, σαν πεντάχρονο, τον τρόπο που χρωμάτιζαν τις ανάσες μου οι διδαχές του παππού μου Ιωσήφ.


19 Φεβ 2008

Η Μπαλάντα του Ευχαριστώ

Σε κάθε ιερωμένο ή καλογριά,
Σε φρόνιμους και σε παραλυμένους,
Σε ζητιάνους, τεμπέλικα κορμιά, σε ρουφιάνους,
Σε πόρνες που σφιγμένους μπούστους φορούν και φούστες,
Σε σβησμένους κορτάκηδες από έρωτα καημό,
Με φίνες στενές μπότες ποδεμένους,
Σε όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Σε κορίτσια που δείχνουν τα βυζιά για να έχουν πιο πολλούς προσκαλεσμένους,
Σε χήρες και κοπέλες για παντρειά,
Σε θεατρίνους και σε μασκαρεμένους παλιάτσους,
σε ξενύχτες μεθυσμένους,
Σε αγύρτες που δετές απ' το λαιμό σέρνουν μαιμούδες,
σε χρεωκοπημένους,
Σ' όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Όξω από κείνα τα άτιμα σκυλιά,
Που με έκαναν να φάω μουχλιασμένα
Ψωμιά και να πιώ βρώμικα νερά
Που τα αντερά μου τωρα πιά αργασμένα,
Με πορδές θε να τα 'χα φιλεμένα.
Τώρα όμως καθομαι και δε μπορώ.
Δυνατά, μη μαλώσω με κανένα,
Σε όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Ας τους λιανίσουν τα πλευρά, ένα-ένα
Με έναν μεγάλο κόπανο γερό
Ή με ματσούκια σιδεροδεμένα.
Σ' όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

Francois Villon
http://en.wikipedia.org/wiki/Francois_Villon

4 Φεβ 2008

Μαντινάδες

Σε μιας βραδιάς τ' απάνεμο, Με τ’ αστεριού τη σκόνη
Έγειρα στο πλάι σου, Μικρό μου χελιδόνι.


Με τη ματιά σου ανατολή, Και τα φιλιά σου δύση
Ντύνεται εδώ η μέρα μου, Γλυκά για να κυλήσει.


Απόψε κερά μου αυτοκτονώ, Στου πόνου την οδύνη
Στέκει η καρδιά σε μια γωνιά, Μονάχη της και πίνει.


Εις του συννεφιού τη γη, Θ’ ανέβω να σε κρύψω
Και αμέσως γω θα νεκρωθώ, Στιγμή να μη σου λείψω.


Ένα κρυμμένο "σ’ αγαπώ", Σε σπάνιο λουλούδι
Ψάχνει τις νότες, το σκοπό, Για να γενεί τραγούδι.


Ήθελα να ‘μουν σκέψη σου, Να τριγυρνώ στο νου σου
Μα και φιλί γλυκό για να κρυφτώ, Στις όχθες του κορμιού σου.


24 Ιαν 2008

Άντε και γαμηθείτε, άρχοντες!

Η μυρωδιά από το ψημένο στάρι ορίζει, κάθε ξημέρωμα, όλες τις αισθήσεις μου. Το πρωινό, η σταγόνα που από τα δενδρόφυλλα στη χούφτα μου φτάνει και σε κάθε λακάκι του προσώπου μου τρυπώνει. Στο απόγειο της κάψας η μεταξένια ηλιαχτίδα, το απόβραδο το άρωμα από το νυχτολούλουδο και λίγο πριν τα μάτια σφαλιστούν για ύπνο βραδινό ψηλαφίζω το πρησμένο μου στήθος και μετρώ το μπόι μου. Όπως βλέπετε, χρόνος για να με ορίσει η αφεντιά σας δεν απομένει.

Έχει σημασία το όνομα;

22 Ιαν 2008

"Θάλασσα"

Γυρίζω ξανά σε σένα, αγαπημένη μου υδάτινη μάζα
φυτρώνουν λέπια στο δέρμα μου και βράγχια στα δεξιά απ'την καρδιά μου

Γυρίζω ξανά σε σένα, λυγμέ μου, νερό της λησμονιάς μου
αστέρια που φώτιζαν τη νύχτα σου πνίγηκαν βουτώντας στα βαθιά μου

Γυρίζω ξανά σε σένα, όχι με άλογο, όχι με βράχο, μόνο εγώ
σου ανήκω και το ξέρω κι ας έφυγα από κοντά σου πριν καιρό.

Irene Beltran

Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη (Γ. Παράσχος)

Από Φλόγες η Κρήτη ζωσμένη,
τα βαριά της σίδερα σπά
και σαν πρώτα χτυπιέται χτυπά
και γοργή κατεβαίνει .

Με μεγάλο θεόρατο δόρυ
όλη νειάτα πετά και ζωή
και σε τόση φωτιά και βοή
τρέμουν δάση και όρη .

Όπου ρίξει θολή τη ματιά της
χίλια όπλα στις ράχες λαλούν
και χιλιάδες πετούν πυροβολούν
Τουρκομάχοι μπροστά της.

Τιμημένο σπαθί ξεγυμνώνει
μα ο Σουλτάνος σπαθί δεν γροικά
το βαρύ της το χέρι χτυπά
και η μαθιά της λαβώνει .

Χτυπά-χτυπά της θάλασσας το Σούλι
χτύπα κόρη γλυκιά του γιαλού
εδώ οι άντρες παλαίουν
αλλού ζουν ως γυναίκες ή δούλοι.

http://www.krassanakis.gr/crete.htm
http://fortheloveofold.wordpress.com

18 Ιαν 2008

Χαμήλωσε στο χώμα, μύρισε!

Χαμήλωσε στο χώμα, μύρισε! Το χώμα δεν έχει μυρωδιά και η θάλασσα χρώμα. Συμφωνία από παλιά μεταξύ της Ζωής και του Θανάτου. Από κορυφή βουνού αγναντέψανε και μοιράσανε ό,τι βλέπανε. Στην αρχή η Ζωή τα είχε όλα˙ μυρωδιές, άνθη, χρώματα. Από το χώμα ανάβλυζε άρωμα μυθικό τη μέρα και χιλιανθών το απόβραδο! Η θάλασσα είχε ένα χρώμα, που μόνο οι θεοί και οι γέροι θαλασσοπόροι λένε ότι μπορούν να στο μαρτυρήσουν. Έτσι, η Ζωή φάνταζε σε όλους με τσαμπιά σταφύλια στα μαλλιά, με παιδιά στην αγκαλιά, με λουλούδια στους καρπούς και στους αστραγάλους. Γελάστηκε ο Θάνατος κι απέμεινε να φέρνει αρρώστια, απειλή και λήθη.
Δεν πέρασε καιρός κι ο Θάνατος τραγούδησε το παράπονό του. Στάθηκαν τα νερά και τα ροδάνθη, αετόπουλα που μόλις είχαν μάθει να κουμαντάρουν τον άνεμο φτερούγισαν προς το μέρος του και οι πιο σοφοί εκλιπαρούσαν τη Ζωή να τον δικαιώσει.
- Τί ζητάς; ρώτησε αυτή το Θάνατο.
- Δε ζητώ πολλά, μονάχα λίγες ομορφιές να δοθούν και στη δική μου γη, να τις καρτερούν οι θνητοί: θέλω τη μυρωδιά του χώματος και το χρώμα της θαλάσσης.
Τούτα αποκρίθηκε, τούτα του δοθήκανε. Έτσι, στη μεριά της Ζωής, το χώμα παίρνει τη μυρωδιά από αυτό που το νοθεύει και η θάλασσα το χρώμα της από τη διάθεση του ουρανού.



Μύρισε το κρασί στο χώμα! Πάντα να εμπιστεύεσαι το χώμα του τόπου που ξένη φτάνεις. Να θυμάσαι! Το χώμα, που ηλιασμένο αίμα έχει ρουφήξει, βρωμά σαν το, από χρόνια, κλειστό σπίτι!
Το δάκρυ να προσέχεις! Το δάκρυ χαράσσει τη γη που πέφτει, όπως το πυρωμένο σίδερο την κουρεμένη σάρκα. Και τούτο για να βλέπουν οι κατοπινές γενιές τις χαρακιές και να προσέχουν τις κακοτοπιές ή να γοργοπερπατούν να προλάβουν τη γιορτή. Γιατί δεν είναι όλα τα δάκρυα, μόνο λύπης ή μόνο χαράς, μα όλα τα δάκρυα - του μωρού, του ενήλικα, του μελλοθάνατου - μετουσιώνουν ανθρώπινες στιγμές σε υγρό στοιχείο. Αφού φανερωθούν και το κοκκινισμένο μάγουλο δροσίσουν, αφήνονται στο χώμα να πέσουν λες κι έπρεπε εκεί να επιστρέψουν.
Το γέλιο δεν είναι όμοιο. Το γέλιο ξεχύνεται από τα βάθη μας, σκορπά και χάνεται, ήχος κι αντίλαλος, όχι πιο πέρα από τα όρια της γειτονιάς. Μα το δάκρυ... Άρωμα δεν του ταιριάζει, το δάκρυ δεν είναι λουλούδι αλλά πηγαιμός με καρπό, με σταυρό και άλλο δάκρυ.
Τώρα που λαλήσαμε καλά για το χώμα κι έμαθες, ανασηκώσου και κοίτα την παλάμη σου! Κι αυτή μια υπερυψωμένη γης είναι και την δική της αλήθεια φλυαρεί σε κάθε αφορμή!

Μ. Μ.

15 Ιαν 2008

Ο Δίας

"Στου Ψηλορείτη την κορφή, το χιόνι δεν τελειώνει
ώστε να λιώσει το παλιό, καινούριο το πλακώνει


Ο Δίας ήτονε βοσκός, στ' Ανωγειανό αόρι*
ήτανε και το σπίτι του, μέσα στο Περαχώρι*"

Βασίλης Ξυλούρης.

το αόρι : το όρος
Περαχώρι : Περαχώρι, η κάτω πλατεία των Ανωγείων.

14 Ιαν 2008

Εϊ Φορτίνο Σαμάνο, απιθώνω εκεί που έπεσε η στάχτη σου και το κορμί σου, το λόγο μου για σένα!

Τα καλά παιδιά πεθαίνουν νέα
Με τη μαγκιά τους σκληρή κι αληθινή
Διαλέγουν στην καρδιά τους να 'χουν για σημαία
Δροσερών και πλάνων ποταμών την ορμή.


(O Φορτίνο Σαμάνο, Μεξικανός υπολοχαγός του Ζαπάτα, εκτελέστηκε το 1917 απ' τον ομοσπονδιακό στρατό. Η φωτογραφία απεικονίζει τη στάση του απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα δευτερόλεπτα πριν εκτελεστεί. φωτο : Agustin Victor-Casasola)

9 Ιαν 2008

"Άτιτλο"

Άναψε το φως και φάνηκε πίσω από το νυμφοφαγωμένο πλατύφυλλο. Η οπτασία και η - πουτάνα μια φορά μας το έκανες το χατίρι - πραγματικότητα μαζί! Αγκαλιασμένες, ολοτσίτσιδες μπροστά σε μένα και κάτω από τη μύτη αυτών που μόλις έστριψαν στο στενό. Μην ανησυχείτε, προχωρήστε! Παραπέρα θα βρείτε κι εσείς το δέλτα σας ποταμοί, το ωμέγα σας γραμματιζούμενοι!
Εγώ στην ίδια θέση, χαμένος, αλαφιασμένος και τόσο σίγουρος! Ναι, εκεί ήθελα να είμαι και να την κοιτώ από κάτω ως πάνω. Το δέρμα της, λείο, άτριχο, φανταζόμουν το περισσότερο, έβλεπα όσο το παράθυρο άφηνε.
- Παραμυθένια μου καληνυχτίζω το, χωρίς μάσκα, πρόσωπό σου που είναι ακόμα πιο όμορφο και το λακκάκι ανάμεσα στα στήθη σου. Καληνυχτίζω το φως που ανακλάς, αυτό που καταπίνεις κι εκείνο που σιγά-σιγά χάνεται προς άλλο δωμάτιο. Πάει, χάθηκε.. Η μέρα ξεψυχά...

Μιχάλης Μαραγκάκης.

2 Ιαν 2008

"1999"

Ας μη βγούμε ποτέ φωτογραφία. Μαζί, αγκαλιασμένοι, χαμογελαστοί. Κανένα ίχνος ότι πέρασα από τα μέρη σου. Ούτε φώτο, ούτε μυρωδιά, ούτε πατημασιά, τίποτα! Και αν ποτέ ξεχάστηκα κι άφησα ύλη αδιάψευστη – πουτάνα πώς μου ξέφυγες; - βάλ’ τη μαζί με τα κωλόχαρτά σου στον τενεκέ. Εκεί είναι η θέση της.
Αν το παράθυρο πάψει να καλωσορίζει τον πρωινό ήλιο και τον αρωματισμένο αέρα, τότε όλα κάψ’ τα. Αν οι θύρες χάσκουν – οι σκύλες θα κοροϊδεύουν – γκρέμισέ τις! Γιατί να στέκουν πια όρθιες; για να τις αγκαλιάζει σιγά-σιγά ο ιστός της αράχνης; Να καούν όλα όπως καίγονταν στο "Rebecca". Α! Εγώ στη θέση της υπηρέτριας.



Τί να περιμένω; Μήπως τρυπώσει κάποιος αυτοαποκαλούμενος "καλος" - τον τόνο βάλ’ τον εσύ - στο σπίτι; να κάνει τί; να ξεσκονίσει για λίγο.. για πόσο; για μία ώρα; για μία ημέρα; και μετά να φύγει και να σκονίζονται όλα πάλι απ' την αρχή; Σύρε γαμήσου.. ή μήπως να το κάνει όπως παλιά; ούτε αυτό το θέλω.. η ζωή προχωρά, κλείνει το μάτι καθώς περνά διπλά μου. "Ακολούθα με" μου λέει.
Τι θέλω γω να απομείνω..; Μια ανάμνηση, ένα μακρινό παρελθόν, που μετά από χρόνια δε θα θυμάσαι αν ήταν όνειρο, παραμύθι ή αν το έζησες πραγματικά. Τελικά, ίσως να πεις ότι ήταν όνειρο ή ακόμα και εφιάλτης - εσύ κρίνεις – μιας και δε θα βρεις τίποτα χειροπιαστό για να το επιβεβαιώσεις. Τι ευτυχία! Τι ηδονή! Θα είμαι ένα όνειρο (ή εφιάλτης) που η γιαγιά θα αδυνατεί να εξηγήσει. Ίσως επειδή δε θα είμαι όνειρο (ή εφιάλτης)..

Θυμήσου το πρώτο σου φιλί, ένα γλυκό μεθύσι, την πρώτη γυμνή επαφή με αλλόφυλο κορμί και μια αγκαλιά με τον πατέρα. 'Όλα είναι όμορφες αναμνήσεις που δε χρειάζονται δεκανίκια για να σταθούν όρθιες και να χαμογελάσουν στο παρόν σου, χρωματίζοντάς το!
Να με ξεχάσετε. Τη μορφή μου, τον τρόπο γραφής μου, τα λόγια μου. Ξεχάστε τα! Αλλάζουν αυτά άλλωστε.. Καμπουριάζω, ζαρώνει το πρόσωπό μου, γίνομαι ανορθόγραφος, παίρνω να ξεχνώ, να παραβλέπω. Όσο για τους αντίλαλους του γέλιου μου και του λυγμού μου δεν ανησυχώ! Αυτοί τώρα είναι μεταξύ Περσέα και Ανδρομέδας! Μόνο σκουπίδια και τουμπανιασμένη σάρκα να παρασύρει ο άνεμος και να φάνε τα σκουλήκια.

Μιχάλης Μαραγκάκης

"Μαντινάδες"

Με των σκυλιών την ορμηνιά
Και των τυφλών το βήμα
Πατώ στη ράχη του βουνού
Και σ’ αφρισμένο κύμα.

Ρωτώ το χώμα, το νερό
- πού είν' η αγαπημένη;
και κείνα μ’ αποκρίνονται
- στην αγκαλιά μας μένει.

Δίδω στο δένδρο δυο φιλιά
Στο κύμα ένα δάκρυ
Να στα αφήσουν τη νυχτιά
Στου κρεβατιού την άκρη.

Κουζής

"Σκιρτήματα"

Σαν φως της άνοιξης δροσοσταλίδα
Που λαμπυρίζει το πρωί η ηλιαχτίδα
Έμοιαζες όταν σε πρωτοείδα!

Tο φιλί σου κόκκινο κρασί
Η αγκαλιά σου κοραλλένιο νησί
Αχ θέλω να σε φιλώ και να μεθώ
Και στο νησί αυτό να ναυαγώ!

Μαρία

17 Δεκ 2007

Ευχετήριες Μαντινάδες.

Του μερακλή το πάτημα και του σοφού την κρίση
Ας έχει ο βαφτισιμιός, στην εδική του ζήση.

Με την Εστία δίπλα σας, τη Δήμητρα στη γη σας
Να πορευθείτε εύχομαι, νιόπαντροι στη ζωή σας.

Στ’ ανταριασμένο σου κορμί, καυτό αφήνω δάκρυ
Ας είν’ αυτό τση γιατρειάς, η απαρχή κι η άκρη.

Εδώ που σ’ αποχαιρετώ, και σφίγγω σου τη χέρα
Καλό ταξίδι σ’ εύχομαι, με ούριο αγέρα.

Με το ποτήρι μου ψηλά, πίνω για το ζευγάρι
Να ‘ναι των τέκνων μέντορας και των γονιών καμάρι.

Όσο γλυκά και δροσερά, ειν’ πάντα τα φιλιά σου
τόσο να είναι χαρωπά και τα γενέθλιά σου.

Όσα τ’ αγριολούλουδα, την άνοιξη στη φύση
τόσα το νεογέννητο, χρόνια καλά να ζήσει.

Στο σπίτι το βασιλικό, που, φίλοι, μας καλιούνε
Χαρές και γέλια πάντοτε, τσι τοίχους να σειούνε.

Άντεστε να τσουγκρίσουμε, και λίγο πριν να πιούμε
Πολλά στην εορτάζουσα, τα έτη να ευχηθούμε.

Ευχή πιθώνω χάμες σου, για τα εγκαίνιά σου
Ν’ αυγατίζει πάντοτε, η άξια δουλειά σου.

Μιχάλης Μαραγκάκης

"ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ" από τον Άθω Χιονισμένο.

Τρίτο Βραβείο Διηγήματος στον 240 Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Αγίου Νικολάου Σεπτεμβρίος 2007.

Μυρωδιές ξύλου και σαπουνιού παντού. Έπιπλα πληγωμένα από της απροσεξίας το διάβα και την πολυκαιρία. Σημειώματα στον τοίχο άναρθρα, τηλεγραφικά, θύμιζαν δουλειές και αποφθέγματα για κάθε αφορμή. Στη μέση όλων αυτών, ο νέος πρόβαρε λευκό του γιασεμιού για μεσοφόρι, μπλε της άπατης θάλασσας στον ώμο κι ένα κόκκινο του ύστερου ηλιοβασιλέματος στη μέση. Χωρίς δυσκολία, ταίριασε το ρούχο απάνω του κι έφερε το ζωνάρι γύρες αρκετές. Όταν το στερέωσε καλά, έψαξε και βρήκε σε γυάλινο βάζο ψημένο, άκοπο καφέ. Με τη χούφτα του, έπιασε κάμποσους σπόρους, έναν έβαλε στο στόμα του, τους άλλους στη μοναδική του τσέπη.
- Να έχω να κερνώ γνωστούς κι αγνώστους...
Έτοιμος για τον περίπατό του, βρέθηκε στο δρόμο. Κοίταξε γύρω του να δει κάτι που θα τον κέντριζε. Η ματιά του στάθηκε σε εξιδανικευμένη εικόνα, από φαντασίας βιβλία αναδυόμενη. Μαγνητισμένος, κίνησε προς αυτήν, προσπαθώντας να θυμηθεί και τη λεζάντα που τη συνόδευε. Μάταια. Δε χάρηκε με αυτό, αλλά δεν άφησε να τον επηρεάσει μια σκέψη που έψαχνε στα βαθιά υπόγεια του νου να γεμίσει την κουφάλα της.
Λαλίστατη πυγολαμπίδα στον κυκεώνα ουρλιαχτών, φιρμανιών, εκπτώσεων και στερεοφωνικών ήχων ή υβριδική νυχτερίδα, εισβολέας στα ενδότερα του μισάνοιχτου βλέφαρου και του ξέστρωτου κρεβατιού, προσπέρασε γρήγορα γειτόνισσες που, τάχα μου, είχαν βγει να σκουπίσουν για να ανακατωθεί με σταυροφέροντες, κυοφορούσες και χορτάτους αρουραίους. Βιαζόταν να φτάσει εκεί που αυτόχειρες αντρειωνόντουσαν, επαγγελματίες μετρούσαν το φράγκο και το γραμμάριο, ιερόδουλες κοιμόντουσαν στα κρεβάτια των αφεντικών τα σαββατοκύριακα για να λαγοκοιμούνται στα σκαλοπάτια τους τις καθημερινές και θρήσκοι ψώνιζαν, κρυφά από τον παπά, χοιρινό κρέας.
- Εκεί είναι το μύρο και το σάπιο, στα μαλλιά και στα ψυγεία. Εκεί το ρόδο και το αγκάθι, στα μεριά και στις κορφές των κλωναριών...
- Κύριε, κύριε! Θες κάτι να ψωνίσεις; Έχω σουγιάδες, παιχνίδια, χρυσαφικά. Πάρε, πάρε!
Σαστισμένος από την παρέμβαση του επίμονου πλανόδιου, ο νέος δεν είχε ρίξει ακόμα ματιά προς τα κρεμάμενα αντικείμενα.
- Να, θες αυτό το σουγιά; Μήπως το μπρελόκ, το ρολογάκι; Δε φοράς ρολόι, μίστερ.
Ο νέος περιεργάστηκε μία καραμούζα. Με τον ήχο της, ογκόλιθοι θα παραμέριζαν, φτερά σε πλάτες θα φύτρωναν κι έντομα θα μιλούσαν ανθρώπου γλώσσα.
«Με τη στριγκλιά της φιλτράρει την εκπνοή, χαρίζοντάς της τον ίδιο πολύχρωμο τόνο με αυτόν που βαστά στο κορμάκι της. Θα την πάρω.
- Πόσο έχει η καραμούζα;
Ο πλανόδιος, μουτρωμένος που άκουσε για την καραμούζα ενώ είχε άλλα ακριβότερα, του είπε πόσο, πήρε τα λεφτά και τον αποχαιρέτησε βιαστικά μιας κι άλλος υποψήφιος αγοραστής πλησίαζε.
Ο νέος άνοιξε πάλι το βήμα του. Κλώτσησε κατά λάθος ένα τενεκεδάκι με ψιλά, προσπέρασε έναν κουλουρά που θα τον ξανάβλεπε σίγουρα παρακάτω να προμοτάρει το φρεσκοψημένο προϊόν του, έκρυψε ένα κοριτσάκι που ήρθε και χώθηκε πίσω του κι όλο πλησίαζε.
Αλαλαγμοί άναρχοι δυνάμωναν. Δεκάχρονα παιδιά έπαιζαν κρυφτό και τυφλόμυγα, άλλα μεγαλύτερα κλωτσούσαν μπάλα ή έπιναν διάφανα ποτά και ξεκουράζονταν. Ολόγυρά τους, μπακάληδες νοικοκυραίοι με κατακόκκινα μάτια, κυράδες εμπρός τους με απλωμένο το χέρι, κουρεία διαμπερή και πανσέδες, κάτω από την αγεροπαρμένη λαδόκολλα, στα παρτέρια και στις φαγωμένες κονσέρβες κομπόστας. «Κριάρια», χωρίς μπλούζα, πηγαινοέρχονταν από το παντοπωλείο στο καφεκοπτείο κι από τον παγοπώλη στο φούρναρη. «Μανάρια» πίσω από το παντζούρι και το ταμείο τα χάζευαν. Με τη σειρά τους και αυτά, στο περίπτερο πετάγονταν για ψιλά κι εφημερίδα. Μυσταγωγία, στην οποία θεατές και πρωταγωνιστές εναλλάσσονταν με τη συχνότητα που πάει κι έρχεται το κύμα. Ποιός ήθελε να είναι θεατής; Κανείς! Όλοι πρωταγωνιστές! Κατσούφιαζαν στον απότομο υποβιβασμό τους, χοροπηδούσαν και χύνονταν σαν ερχόταν πάλι η ώρα τους να προκαλέσουν και να κολαστούν.
Μονάχα ο νέος έμενε θεατής σε αυτό το μελισσομάνι με πολλές βασίλισσες, άλλους τόσους κηφήνες και δαχτυλομετρούμενες εργάτριες. Το κοριτσάκι είχε, από ώρα, εγκαταλείψει την κινητή του «κρυψώνα» ίσως επειδή δεν τη βρήκε λειτουργική, ίσως επειδή, κακώς απ’ ότι αποδείχτηκε, νόμισε ότι ήταν ώρα να τρέξει για το «φτου ξελευθερία σε όλους». Η «κρυψώνα» του τώρα είχε ανακαλύψει μια παρατημένη, ψάθινη καρέκλα κι είχε μεταμορφωθεί σε νωχελικό συνταξιούχο ή σε επαγγελματία μοιρολάτρη. Δίχως την παραμικρή διάθεση για βεβιασμένη κίνηση, μοίραζε την τεμπελιά του στη νότα από λατέρνα, στο φούσκωμα στα σκέλια καθενός που έφερνε σε Καζανόβα και στα αναθέματα αγουροξυπνημένου περίοικου που τον ξεριζωμό όλων ορκιζόταν σε θεούς και δαίμονες.
Στο άκουσμα αυτών των υπερβολών, πλήθη σωρεύτηκαν. Ο νέος σηκώθηκε να δει καλύτερα. Στραμμένοι όλοι προς χοιρομούρη, ετοίμαζαν ό,τι τους κολλούσε καλά στο μάτι και τη χούφτα: κουκούτσια από χωνεμένα ροδάκινα, άγουρα μούσμουλα, τσαλακωμένες, χτεσινές εφημερίδες. Πήρε κι ο νέος ρίζες και πατατόφλουδα που μοίραζαν μικροπωλητής και η κυρά του κι ετοιμάστηκε για το σύνθημα. Πάνω σε ένα σπαρακτικό «Ααααα», παιδιά φώναξαν ένα μακρόσυρτο «Εεεεεε» που, όσο διήρκεσε, πετάχτηκε σε μπαλκόνια, σε σίδερα και σε κουφώματα οτιδήποτε μπορούσε να λερώσει, να τρομάξει και να μην πληγώσει. Πέταξε και ο νέος τα δικά του που άλλα βρήκαν μαδέρι, άλλα σιδεριές και λίγα φλούδια βρήκαν τα νύχια του σαστισμένου άντρα. Αυτός, παραδομένος άνευ όρων, έτρεξε να χωθεί πίσω από γυάλινα καλύμματα και τραβηγμένες κουρτίνες, χωρίς να δώσει συνέχεια.
Η πλατεία ανάστατη: σφιχταγκαλιάσματα και προτροπές για κέρασμα παντού, υποσχέσεις υπόηχες για απόψε και για πάντα, μασουλήματα φρούτων που τελικά δεν ήταν τόσο άγουρα ή τόσο σάπια και πισωγυρίσματα στον πάγκο, στο κεφαλόσκαλο και στην πρέφα.
- Αμάν πια τον έχει βαρεθεί η ψυχή μου.
- Πάλι αύριο τα ίδια θα κάνει.
- Μακάρι!
- Κόπιασε να πιούμε, γείτονα.
- Θα σε περιμένω το βράδυ στο...
- Σ΄ αγαπώ...
- Κι εγώ...
Ο νέος, στα σύνορα δεκάδων παρεών, χωρίς φανερό προορισμό, είχε ξεκινήσει να απαγγέλλει έπη. Χωρίς δισταγμό, ρωτούσε διερχόμενους αυτό που ο επόμενος στίχος, πριν ο άλαλος περαστικός ξερακιανά ανασηκώσει τους ώμους του, θα απαντούσε. Οι εναλλαγές του κοφτερές, απροειδοποίητες.
Κοκκινισμένος, πετώντας τα ρούχα του και κραδαίνοντας την καραμούζα, προχώρησε προς καχύποπτους. Σταμάτησε μπροστά σε έναν απ’ αυτούς. Νέος κι αυτός, με τη γύμνια να τον αναστατώνει, εν μέρει σαδιστικά, καμωνόταν πότε πως θα τον ραπίσει και πότε πως θα τον προφυλάξει, λες και τραμπαλιζόταν ανάμεσα στις διαθέσεις του πλήθους και του νέου. Στο τέλος, χωρίς να κάνει τίποτα από τα δύο, άρχισε να βγάζει τούφες τα μαλλιά του, προδομένος από την ξεπνεμένη ρανίδα θάρρους του. Ο νέος, χωρίς να τον αποτρέψει, οπισθοχώρησε πατώντας πάνω σε χαρτιά πανωγραμμένα, με διορθώσεις τα περισσότερα.
Στο σημείο τομής όλων των διαγωνίων κάθισε χάμω κι άρχισε να διαβάζει από μέσα του το πρώτο που έφερε το ούριο αεράκι στα χέρια του. Έπειτα, χωρίς μακρόσυρτες προειδοποιήσεις, έπιασε την καραμούζα και την έκανε να ξεράσει ήχους στεγνούς, τζούφιους, που τρυπούσαν αυτιά στους πολλούς μα σε δύο, τρεις, δέκα τρυπούσαν το στομάχι. Οι πιο πολλοί τον παρακαλούσαν να σταματήσει μα ορισμένοι, ματωμένοι κι εξουθενωμένοι, πετάχτηκαν προς το μέρος του και του φώναζαν:
- Ναι δέσποτα, παίζε κι άλλο, παίζε να τρεκλίσουμε και μέσα στο αίμα της ρουφιανιάς μας να πνιγούμε.
Από τις τσέπες τους, προικιά κι ασημικά ξέφευγαν κι έφταναν στις χούφτες αυτών που τα αναγνώριζαν για δικά τους.
Άλλο γράμμα, πολυσέλιδο, με δάκρυ στεγνωμένο, γέννησε ήχο που έθιζε κι ερέθιζε, λίκνιζε το γυναικείο κορμί κι εξοβέλιζε το αντρικό. Της Σαλώμης ο ανεπανάληπτος σκοπός! Και να, η ίδια ξεχώρισε από τα ανατολικά, χορεύοντας προς εκείνον που ήξερε και δεν ενέδιδε, προσωρινά τουλάχιστον. Μετανιωμένη, με διάθεση για ηδονικά τσαλίμια, εκλιπαρούσε για ζευγάρωμα στο χορό και στο κρεβάτι. Το ταίρι της, άσχημο ή ταγμένο σε άλλη, τελικά φανερώθηκε, αφιερώνοντάς της ερωτόλογα. Ανάστατοι οι γείτονές τους από το γνήσιο θέαμα, το σκάσανε για να κρυφτούνε.
Κάθε φορά, μελωδίες εμπνευσμένες από την καλλιγραφία των λέξεων, την αρτιότητα των νοημάτων και των δόλιων αισθημάτων. Ασταμάτητες μπροστά στο γκλοπ προειδοποιούσαν κι εκλιπαρούσαν, έκαναν στην άκρη κι άφηναν το χώρο ανοιχτό ή τραβούσαν από το αυτί κι άρπαζαν από τα μαλλιά. Θύματά τους ένας κόσμος, που, κατανοώντας το μάταιο του φευγιού, περίμενε την κάθαρσή του. Όταν ο καθένας αναγνώριζε τη δική του συνωμοσία, ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Σκυλογαβγισμένος κουτρουβαλούσε, ζητώντας κακοσκαμένη τρύπα να τον βάζει.
Μέσα σ’ αυτό το ανθρωπομάνι που αραίωνε με τον ρυθμό που αραίωναν τα γράμματα, ο νέος, μουσουργός και αλητάμπουρας, ξεχείλωνε τα πρότυπα, καταργούσε τα πλάνα. Άγραφοι νόμοι προπατόρων κατέρρεαν. Μαζί τους διαμελίζονταν καταμεσής - ωσάν κακοραμμένοι – και οι απόγονοί τους. Και δεν ήταν λίγοι. Ούτε τα γράμματα ήταν λιγότερα. Ο νέος γράπωνε όποιο τύχαινε. Με τη σειρά του, έφτασε και σε χαρτί, διπλωμένο πρόχειρα. Το άνοιξε και διάβασε το λιγοστό του περιεχόμενο. «Ντύσου». Πώς; Γιατί; Καλά. Ξεσκονίστηκε, ντύθηκε. Η καραμούζα, αναγκαστικά, χάμω. Άλλο χαρτί. Όμοιο. Το άνοιξε. «Άφησέ την». Ποιά; Γιατί; Καλά. Τρίτο χαρτί. «Κοίτα με». Πού; Σήκωσε το κεφάλι του. Συνομήλικός του, που τόση ώρα κρατούσε με το πόδι του τον κάθε ρυθμό, στεκόταν απέναντί του. Ο νέος προχώρησε προς το μέρος του.
- Σε ακούω.
- Δεν έχω κάτι να σου πω. Απλά, με τον τρόπο μου, ήθελα κι εγώ να συμμετέχω, σαν κακοπληρωμένος κομπάρσος, στην αυτοσχέδια παράστασή σου. Άλλο πράμα μην περιμένεις.
- Γράμματα διάβασα που...
Τον διέκοψε με ένα δυνατό χαστούκι.
- Ηλίθιε! Όλα είναι κόλπα του σκηνοθέτη και ρηχές εμπνεύσεις του σεναριογράφου! Με αυτά τρομπάρουν το μυαλό σου! Θαρρείς μετά ότι κάθε ερχομός Θεού έρχεται με σκισίματα της γης λες κι αυτή είναι λινή! Ό,τι διάβασες ήταν από εραστή προς εραστή, από τυραννικό πατέρα προς την κόρη, από το φύλακα στον αιχμάλωτο, όχι από εμένα σε εσένα! Ακούς; Ακούω να λες!
Ο νέος δεν ανταπάντησε. Μειδιώντας, έβγαλε σπόρους καφέ και πρόσφερε στο συμβουλάτορά του. Αυτός πήρε έναν, τον έβαλε στο στόμα του και, σίγουρος ότι θα τα ξαναλέγανε, πίσω έμεινε να κοιτά το νέο καθώς απομακρυνόταν. Λίγο πριν τον χάσει τελείως από τη ματιά του, αυτοχαστουκίστηκε και μονολόγησε:
- Συνεπαρμένε, κι εσύ γελάστηκες από γλυκανάλατες ατάκες και μονταρισμένα βλέμματα. Άκου «σίγουρος ότι θα τα ξαναπούμε».

Άθως Χιονισμένος