24 Ιαν 2008

Άντε και γαμηθείτε, άρχοντες!

Η μυρωδιά από το ψημένο στάρι ορίζει, κάθε ξημέρωμα, όλες τις αισθήσεις μου. Το πρωινό, η σταγόνα που από τα δενδρόφυλλα στη χούφτα μου φτάνει και σε κάθε λακάκι του προσώπου μου τρυπώνει. Στο απόγειο της κάψας η μεταξένια ηλιαχτίδα, το απόβραδο το άρωμα από το νυχτολούλουδο και λίγο πριν τα μάτια σφαλιστούν για ύπνο βραδινό ψηλαφίζω το πρησμένο μου στήθος και μετρώ το μπόι μου. Όπως βλέπετε, χρόνος για να με ορίσει η αφεντιά σας δεν απομένει.

Έχει σημασία το όνομα;

22 Ιαν 2008

"Θάλασσα"

Γυρίζω ξανά σε σένα, αγαπημένη μου υδάτινη μάζα
φυτρώνουν λέπια στο δέρμα μου και βράγχια στα δεξιά απ'την καρδιά μου

Γυρίζω ξανά σε σένα, λυγμέ μου, νερό της λησμονιάς μου
αστέρια που φώτιζαν τη νύχτα σου πνίγηκαν βουτώντας στα βαθιά μου

Γυρίζω ξανά σε σένα, όχι με άλογο, όχι με βράχο, μόνο εγώ
σου ανήκω και το ξέρω κι ας έφυγα από κοντά σου πριν καιρό.

Irene Beltran

Από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη (Γ. Παράσχος)

Από Φλόγες η Κρήτη ζωσμένη,
τα βαριά της σίδερα σπά
και σαν πρώτα χτυπιέται χτυπά
και γοργή κατεβαίνει .

Με μεγάλο θεόρατο δόρυ
όλη νειάτα πετά και ζωή
και σε τόση φωτιά και βοή
τρέμουν δάση και όρη .

Όπου ρίξει θολή τη ματιά της
χίλια όπλα στις ράχες λαλούν
και χιλιάδες πετούν πυροβολούν
Τουρκομάχοι μπροστά της.

Τιμημένο σπαθί ξεγυμνώνει
μα ο Σουλτάνος σπαθί δεν γροικά
το βαρύ της το χέρι χτυπά
και η μαθιά της λαβώνει .

Χτυπά-χτυπά της θάλασσας το Σούλι
χτύπα κόρη γλυκιά του γιαλού
εδώ οι άντρες παλαίουν
αλλού ζουν ως γυναίκες ή δούλοι.

http://www.krassanakis.gr/crete.htm
http://fortheloveofold.wordpress.com

18 Ιαν 2008

Χαμήλωσε στο χώμα, μύρισε!

Χαμήλωσε στο χώμα, μύρισε! Το χώμα δεν έχει μυρωδιά και η θάλασσα χρώμα. Συμφωνία από παλιά μεταξύ της Ζωής και του Θανάτου. Από κορυφή βουνού αγναντέψανε και μοιράσανε ό,τι βλέπανε. Στην αρχή η Ζωή τα είχε όλα˙ μυρωδιές, άνθη, χρώματα. Από το χώμα ανάβλυζε άρωμα μυθικό τη μέρα και χιλιανθών το απόβραδο! Η θάλασσα είχε ένα χρώμα, που μόνο οι θεοί και οι γέροι θαλασσοπόροι λένε ότι μπορούν να στο μαρτυρήσουν. Έτσι, η Ζωή φάνταζε σε όλους με τσαμπιά σταφύλια στα μαλλιά, με παιδιά στην αγκαλιά, με λουλούδια στους καρπούς και στους αστραγάλους. Γελάστηκε ο Θάνατος κι απέμεινε να φέρνει αρρώστια, απειλή και λήθη.
Δεν πέρασε καιρός κι ο Θάνατος τραγούδησε το παράπονό του. Στάθηκαν τα νερά και τα ροδάνθη, αετόπουλα που μόλις είχαν μάθει να κουμαντάρουν τον άνεμο φτερούγισαν προς το μέρος του και οι πιο σοφοί εκλιπαρούσαν τη Ζωή να τον δικαιώσει.
- Τί ζητάς; ρώτησε αυτή το Θάνατο.
- Δε ζητώ πολλά, μονάχα λίγες ομορφιές να δοθούν και στη δική μου γη, να τις καρτερούν οι θνητοί: θέλω τη μυρωδιά του χώματος και το χρώμα της θαλάσσης.
Τούτα αποκρίθηκε, τούτα του δοθήκανε. Έτσι, στη μεριά της Ζωής, το χώμα παίρνει τη μυρωδιά από αυτό που το νοθεύει και η θάλασσα το χρώμα της από τη διάθεση του ουρανού.



Μύρισε το κρασί στο χώμα! Πάντα να εμπιστεύεσαι το χώμα του τόπου που ξένη φτάνεις. Να θυμάσαι! Το χώμα, που ηλιασμένο αίμα έχει ρουφήξει, βρωμά σαν το, από χρόνια, κλειστό σπίτι!
Το δάκρυ να προσέχεις! Το δάκρυ χαράσσει τη γη που πέφτει, όπως το πυρωμένο σίδερο την κουρεμένη σάρκα. Και τούτο για να βλέπουν οι κατοπινές γενιές τις χαρακιές και να προσέχουν τις κακοτοπιές ή να γοργοπερπατούν να προλάβουν τη γιορτή. Γιατί δεν είναι όλα τα δάκρυα, μόνο λύπης ή μόνο χαράς, μα όλα τα δάκρυα - του μωρού, του ενήλικα, του μελλοθάνατου - μετουσιώνουν ανθρώπινες στιγμές σε υγρό στοιχείο. Αφού φανερωθούν και το κοκκινισμένο μάγουλο δροσίσουν, αφήνονται στο χώμα να πέσουν λες κι έπρεπε εκεί να επιστρέψουν.
Το γέλιο δεν είναι όμοιο. Το γέλιο ξεχύνεται από τα βάθη μας, σκορπά και χάνεται, ήχος κι αντίλαλος, όχι πιο πέρα από τα όρια της γειτονιάς. Μα το δάκρυ... Άρωμα δεν του ταιριάζει, το δάκρυ δεν είναι λουλούδι αλλά πηγαιμός με καρπό, με σταυρό και άλλο δάκρυ.
Τώρα που λαλήσαμε καλά για το χώμα κι έμαθες, ανασηκώσου και κοίτα την παλάμη σου! Κι αυτή μια υπερυψωμένη γης είναι και την δική της αλήθεια φλυαρεί σε κάθε αφορμή!

Μ. Μ.

15 Ιαν 2008

Ο Δίας

"Στου Ψηλορείτη την κορφή, το χιόνι δεν τελειώνει
ώστε να λιώσει το παλιό, καινούριο το πλακώνει


Ο Δίας ήτονε βοσκός, στ' Ανωγειανό αόρι*
ήτανε και το σπίτι του, μέσα στο Περαχώρι*"

Βασίλης Ξυλούρης.

το αόρι : το όρος
Περαχώρι : Περαχώρι, η κάτω πλατεία των Ανωγείων.

14 Ιαν 2008

Εϊ Φορτίνο Σαμάνο, απιθώνω εκεί που έπεσε η στάχτη σου και το κορμί σου, το λόγο μου για σένα!

Τα καλά παιδιά πεθαίνουν νέα
Με τη μαγκιά τους σκληρή κι αληθινή
Διαλέγουν στην καρδιά τους να 'χουν για σημαία
Δροσερών και πλάνων ποταμών την ορμή.


(O Φορτίνο Σαμάνο, Μεξικανός υπολοχαγός του Ζαπάτα, εκτελέστηκε το 1917 απ' τον ομοσπονδιακό στρατό. Η φωτογραφία απεικονίζει τη στάση του απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα δευτερόλεπτα πριν εκτελεστεί. φωτο : Agustin Victor-Casasola)

9 Ιαν 2008

"Άτιτλο"

Άναψε το φως και φάνηκε πίσω από το νυμφοφαγωμένο πλατύφυλλο. Η οπτασία και η - πουτάνα μια φορά μας το έκανες το χατίρι - πραγματικότητα μαζί! Αγκαλιασμένες, ολοτσίτσιδες μπροστά σε μένα και κάτω από τη μύτη αυτών που μόλις έστριψαν στο στενό. Μην ανησυχείτε, προχωρήστε! Παραπέρα θα βρείτε κι εσείς το δέλτα σας ποταμοί, το ωμέγα σας γραμματιζούμενοι!
Εγώ στην ίδια θέση, χαμένος, αλαφιασμένος και τόσο σίγουρος! Ναι, εκεί ήθελα να είμαι και να την κοιτώ από κάτω ως πάνω. Το δέρμα της, λείο, άτριχο, φανταζόμουν το περισσότερο, έβλεπα όσο το παράθυρο άφηνε.
- Παραμυθένια μου καληνυχτίζω το, χωρίς μάσκα, πρόσωπό σου που είναι ακόμα πιο όμορφο και το λακκάκι ανάμεσα στα στήθη σου. Καληνυχτίζω το φως που ανακλάς, αυτό που καταπίνεις κι εκείνο που σιγά-σιγά χάνεται προς άλλο δωμάτιο. Πάει, χάθηκε.. Η μέρα ξεψυχά...

Μιχάλης Μαραγκάκης.

2 Ιαν 2008

"1999"

Ας μη βγούμε ποτέ φωτογραφία. Μαζί, αγκαλιασμένοι, χαμογελαστοί. Κανένα ίχνος ότι πέρασα από τα μέρη σου. Ούτε φώτο, ούτε μυρωδιά, ούτε πατημασιά, τίποτα! Και αν ποτέ ξεχάστηκα κι άφησα ύλη αδιάψευστη – πουτάνα πώς μου ξέφυγες; - βάλ’ τη μαζί με τα κωλόχαρτά σου στον τενεκέ. Εκεί είναι η θέση της.
Αν το παράθυρο πάψει να καλωσορίζει τον πρωινό ήλιο και τον αρωματισμένο αέρα, τότε όλα κάψ’ τα. Αν οι θύρες χάσκουν – οι σκύλες θα κοροϊδεύουν – γκρέμισέ τις! Γιατί να στέκουν πια όρθιες; για να τις αγκαλιάζει σιγά-σιγά ο ιστός της αράχνης; Να καούν όλα όπως καίγονταν στο "Rebecca". Α! Εγώ στη θέση της υπηρέτριας.



Τί να περιμένω; Μήπως τρυπώσει κάποιος αυτοαποκαλούμενος "καλος" - τον τόνο βάλ’ τον εσύ - στο σπίτι; να κάνει τί; να ξεσκονίσει για λίγο.. για πόσο; για μία ώρα; για μία ημέρα; και μετά να φύγει και να σκονίζονται όλα πάλι απ' την αρχή; Σύρε γαμήσου.. ή μήπως να το κάνει όπως παλιά; ούτε αυτό το θέλω.. η ζωή προχωρά, κλείνει το μάτι καθώς περνά διπλά μου. "Ακολούθα με" μου λέει.
Τι θέλω γω να απομείνω..; Μια ανάμνηση, ένα μακρινό παρελθόν, που μετά από χρόνια δε θα θυμάσαι αν ήταν όνειρο, παραμύθι ή αν το έζησες πραγματικά. Τελικά, ίσως να πεις ότι ήταν όνειρο ή ακόμα και εφιάλτης - εσύ κρίνεις – μιας και δε θα βρεις τίποτα χειροπιαστό για να το επιβεβαιώσεις. Τι ευτυχία! Τι ηδονή! Θα είμαι ένα όνειρο (ή εφιάλτης) που η γιαγιά θα αδυνατεί να εξηγήσει. Ίσως επειδή δε θα είμαι όνειρο (ή εφιάλτης)..

Θυμήσου το πρώτο σου φιλί, ένα γλυκό μεθύσι, την πρώτη γυμνή επαφή με αλλόφυλο κορμί και μια αγκαλιά με τον πατέρα. 'Όλα είναι όμορφες αναμνήσεις που δε χρειάζονται δεκανίκια για να σταθούν όρθιες και να χαμογελάσουν στο παρόν σου, χρωματίζοντάς το!
Να με ξεχάσετε. Τη μορφή μου, τον τρόπο γραφής μου, τα λόγια μου. Ξεχάστε τα! Αλλάζουν αυτά άλλωστε.. Καμπουριάζω, ζαρώνει το πρόσωπό μου, γίνομαι ανορθόγραφος, παίρνω να ξεχνώ, να παραβλέπω. Όσο για τους αντίλαλους του γέλιου μου και του λυγμού μου δεν ανησυχώ! Αυτοί τώρα είναι μεταξύ Περσέα και Ανδρομέδας! Μόνο σκουπίδια και τουμπανιασμένη σάρκα να παρασύρει ο άνεμος και να φάνε τα σκουλήκια.

Μιχάλης Μαραγκάκης

"Μαντινάδες"

Με των σκυλιών την ορμηνιά
Και των τυφλών το βήμα
Πατώ στη ράχη του βουνού
Και σ’ αφρισμένο κύμα.

Ρωτώ το χώμα, το νερό
- πού είν' η αγαπημένη;
και κείνα μ’ αποκρίνονται
- στην αγκαλιά μας μένει.

Δίδω στο δένδρο δυο φιλιά
Στο κύμα ένα δάκρυ
Να στα αφήσουν τη νυχτιά
Στου κρεβατιού την άκρη.

Κουζής

"Σκιρτήματα"

Σαν φως της άνοιξης δροσοσταλίδα
Που λαμπυρίζει το πρωί η ηλιαχτίδα
Έμοιαζες όταν σε πρωτοείδα!

Tο φιλί σου κόκκινο κρασί
Η αγκαλιά σου κοραλλένιο νησί
Αχ θέλω να σε φιλώ και να μεθώ
Και στο νησί αυτό να ναυαγώ!

Μαρία