1 Απρ 2008

Λόγια

Αγαπούσε μια κοπέλα που έμενε στην Ξάνθη. Δεν τον άφηναν να πάει.
'Απλωσε κι αυτός το αντίσκηνό του σ' ένα ερημικό δέντρο κι έγραψε πάνω με κιμωλία:
Ξάνθη.

Τ. Λειβαδίτης (Στην Τοτώ.)

Κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω πώς μπορεί
να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται.

Καρυωτάκης.

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
αν δε μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου.
η μέραις του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου.
ταις λέξεις και ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα και αν περνώ, όποιαν ιδέα και αν λέγω.

Καβάφης.


Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι’ από πεζό χωμάτινο ένα μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικώτερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Καββαδίας

Δε βρίσκεται κανείς όταν χαρίζει ένα φιλί
που να μη νιώθει το χαμόγελο των ασχημάτιστων ανθρώπων
.

Lorca


Kυριακή των Βαϊων, 2003.

Μετά από ένα Σαββατοκύριακο, πρωτοείδωτων στιγμών μέσα στο Άγιο Όρος, βρίσκομαι πλέον μέσα στο πλοιάριο που μας κατευθύνει στην Ουρανούπολη. Δίπλα μου ο Παπα-Γιώργης, σε μια στάση σαν να θέλει να εννοεί πολλά και να λέγει λίγα. Σε αυτήν τη μυσταγωγία, στην οποία ως πρωτοεμφανιζόμενος κομπάρσος παίζω το ρόλο του ωτακουστή, ο Άθως έρχεται να σταθεί (ανάλογα με τα τερτίπια του καραβιού) ποτέ ως φόντο μας, πότε ως συνομιλητής μας (Αυτός και αν εννοεί πολλά, χωρίς να χρειαστεί να λαλήσει τίποτα) και πότε ως καθρεφτίζουσα, ενανθρωπισμένη μορφή στις κόρες των ματιών μας.


Χιονισμένος, με ένα κορμί που δε μένει στα χαμηλά να δενδροφορεθεί παρά ξεχύνεται προς τον ουρανό δίνοντας μια κλίση στα πλευρά του που και αυτά τα αγριοκάτσικα θα τρόμαζε, σου δίνει την εντύπωση ότι ακόμα και το χιόνι που απάνω βαστά μπόλικο τον έχει εξαπατήσει, ερχόμενο από ψηλά! Παναγία μου με το περιβόλι σου και με τον εδικό σου "Τάλω"!
Έκτοτε, είπα να καρτερώ τον πισωγυρισμό μου και το ξαναπάντημά μου με το θεριό που στον ίσκιο του πρωτοκατάλαβα το σέβας προς το θάνατο. Αμέσως μετά και μέχρι τη στιγμή που τον έχασα απ' τη ματιά μου γευόμουν πάλι, σαν πεντάχρονο, τον τρόπο που χρωμάτιζαν τις ανάσες μου οι διδαχές του παππού μου Ιωσήφ.